Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ποιητές. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ποιητές. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Καλωσόρισες Άνοιξη!


ΨΑΛΜΟΣ ΚΑΙ ΨΗΦΙΔΩΤΟ
ΓΙΑ ΜΙΑΝ ΑΝΟΙΞΗ ΣΤΗΝ ΑΘΗΝΑ


Άνοιξη θρύψαλο μενεξεδί
Άνοιξη χνούδι περιστέρας
Άνοιξη σκόνη μυριόχρωμη

Στ' ανοιχτά χαρτιά και στα βιβλία

Κιόλας φυσούσε χλιαρό αεράκι

Με τσιγγάνες που άρπαζε

Σαν

Χαρταετούς

Ψηλά

Και πουλιά που δοκίμαζαν το νέο τιμόνι τους

Άνοιξη πίκρισμα του σκίνου
Άνοιξη άζωτο της αμασχάλης
Άνοιξη σουσάμι αόρατο

Από σύρμα που άξαφνα έσυρνε φωτιά
Στη γωνιά του δρόμου με τις Καρυάτιδες

Στρίβοντας
Ένα τραμ
Εστρίγκλιζε

Στ' άδεια οικόπεδα η μασιά του ήλιου εσκάλιζε
Την τσουκνίδα και το σαλιγκαρόχορτο

Άνοιξη μυρμηκιά της μέρας
Άνοιξη αίμα του βολβού
Άνοιξη οπλοπολυβόλο απύλωτο

Στων ωραίων γυναικών τα χέρια

Όπου τύχει

Ριπές

Θάνατοι

Εκατομμύρια σπερματοζωάρια

Στων ωραίων γυναικών τα χέρια

Τα δυνατά λουλούδια με τον ήλιο μέσα τους

Άνοιξη τσίτι τσιτωμένο

Άνοιξη σφήκα του χεριού

Άνοιξη «μη» «θα μας δούνε» «τέρας»

Και το τέρας που γύριζε σαν τη λαντέρνα

Μια παράξενη
Άλλη
Γειτονιά

Και η χούφτα η βάναυση που ακαρτερούσε:
Χάιντε η ριξιά να βρει το ζάρι της
Κι η τζαμαρία το θαρραλέο λιθάρι της!

Άνοιξη κρύσταλλο και νίκελ
Άνοιξη παραπάτημα των κήπων
Άνοιξη «Μήνιν άειδε...»

Θεά! Και τι σγουρά τα σκοτεινά τα μέρη!

Και τα χείλη τι ζάχαρη βιολέτας!

Και τι κηπάκι

Τα λυτά

Νωπά

Μαλλιά

Στην απαλή κοιλιά η ανάσα τι ταξίδι!

Άνοιξη μισοζαλισμένο ερείπιο
Άνοιξη κεφαλή Διός και πέλαγος
Άνοιξη Mercury Air Sedan

Οι καμπάνες ανοίγανε μακριά

Στο κενό του γλαυκού κάτω απ' τα βλέφαρα

Μια ρουφήχτρα
Που κατάπινε
Άσπρα
Πούπουλα

Οι ορμόνες της μουριάς κυρίευαν τα ύψη

Άνοιξη μούρο αδάγκωτο

Άνοιξη βιδωτό φιλί

Άνοιξη χάσμα της λιποθυμίας

Το ντουβάρι ορέγονταν κι αλλά καρφιά

Στην ώχρα μέσα η μνήμη του Νοσοκομείου ξυπνούσε

Το τραγούδι που άστραφτε από τις χρυσόμυγες

Κι έφερνε

Γύρους

Χαμηλά

Στην αυλή με το κόκκινο κι άσπρο πλακάκι

Άνοιξη βούισμα στους κροτάφους
Άνοιξη αμόνι και σφυρί
Άνοιξη πρόσθια καταβύθιση

Κάποιος απ' τ' ανοιχτό παράθυρο έριχνε

Λόγια που σπούσαν σαν αμύγδαλα

Κάκτος

Κάστωρ

Κόνδωρ

Ιέραξ

Ενώ στ' αντικρινό το Παρθεναγωγείο

Άνοιξη 37 και 2

Άνοιξη Lone Amour και Liebe

Άνοιξη no nein και no

Τα κορίτσια δάγκωναν στη γομολάστιχα

Και τινάζανε πίσω το κεφάλι
Σαν

Να τραβούσαν
Έξω

Του σφαγμένου πετεινού τα σπλάχνα
Τα κομμάτια τα σπλάχνα μες στα δόντια τους

Άνοιξη δόντι λυσσαλέο
Άνοιξη φούξια του παροξυσμού
Άνοιξη αρτεσιανόν ηφαίστειο

Κι άλλα κρυμμένα πίσω απ' το φεγγίτη
Που πάλευαν τις ρόδινες κορδέλες
Μια στιγμού-
Λα μόνο
Τα γυμνά στήθη

Τα τρεμάμενα σπάρτα μες στους κάμπους
Όπου ευφραίνονται οι ακρίδες

Άνοιξη σάλτο της ακρίδας
Άνοιξη μήτρα σκοτεινή
Άνοιξη πράξη ακατονόμαστη

Στ' ανοιχτά χαρτιά και στα βιβλία

Μια κηλίδα

Μωβ

Πήγαιν'

Ερχότανε

Τα χυμένα νερά τα γυμνωμένα μέλη

Λάμπανε πίσω απ' το παντζούρι

Άνοιξη άνοιξη σαλπάροντας
Άνοιξη άνοιξη σημαιοστόλιστη
Άνοιξη «αντίο αντίο παιδιά!»


Οδυσσέα Ελύτη, "Τα ετεροθαλή", 1939

"Τα σπίτια του Κωστή Παλαμά" - Αφιέρωμα στα 65 χρόνια από το θάνατό του

Παλαμάς σήμερα. Πώς να ξεχάσεις;

Ώρα 3 και 20, ξημέρωνε Σάββατο, 27 Φλεβάρη, στη σκλαβωμένη Αθήνα του 1943. Στο τελευταίο σπίτι της ζωή του, στην οδό Περιάνδρου 5, στην Πλάκα.



Κι έφυγε το νέο αστραπή από στόμα σε στόμα... Πέθανε ο ποιητής. Ο εθνικός ποιητής της νεώτερης Ελλάδας. Αυτός που άστραψε το προαιώνιο φως της στους αιώνες:

« Αρχαίο πνεύμα αθάνατο, αγνέ Πατέρα
του ωραίου, του μεγάλου και τ' αληθινού.
Κατέβα φανερώσου κι άστραψε εδώ πέρα
στη δόξα της δικής σου γης και τ' ουρανού.

Στο δρόμο και στο πάλεμα και στο λιθάρι,
στων ευγενών αγώνων λάμψε την ορμή
και με το αμάραντο στεφάνωσε κλωνάρι
και σιδερένιο πλάσε και άξιο το κορμί.

Κάμποι βουνά και θάλασσα φέγγουνε μαζί σου
σαν ένας λευκοπόρφυρος μέγας ναός
και τρέχει στον ναό εδώ προσκυνητής σου,
αρχαίο πνεύμα αθάνατο κάθε λαός. »

Ο Παλαμάς δεν έζησε όλα τα χρόνια του στο σπίτι της οδού Περιάνδρου. Έζησε τα τελευταία του. Κι εδώ συναντήθηκε με το θάνατο. Λύτρωση ήταν ο θάνατος για τον Παλαμά. Λίγο να σκύψεις στα γεγονότα της ζωής του το νιώθεις... Εκείνο το Φλεβάρη, του '43, ο Παλαμάς κήδευσε την αγαπημένη σύντροφο της ζωής του. Άντεξε λιγότερο από είκοσι μέρες την απουσία της. Της Μαρίας του... Της Μαρίας Βάλβη. Της μητέρας των τριών παιδιών τους, του Λέανδρου και του μικρούλη Άλκη:

αρχείο Σαραντάκου

Ο ποιητής και η κόρη του η Ναυσικά και ο Λέανδρος και η Μαρία του... Ο Άλκης δεν είναι εδώ. Ο Άλκης έφυγε νωρίς. Θρυμματίζοντας την ψυχή του πατέρα του σε μυριάδες δάκρυα - διαμαντόπετρες, περιδέραιο αιώνιο στον πρόωρο χαμό κάθε μικρού και άγουρου:

Μήτε μὲ τὸ σίδερο,
Μήτε μὲ τὸ χρυσάφι,
Μήτε μὲ τὰ χρώματα
Ποὺ σπέρνουν οἱ ζωγράφοι

Μήτε μὲ τὰ μάρμαρα
Τὰ τεχνοσκαλισμένα·
Τὸ σπιτάκι σου ἔπλασα
Παντοτινὸ γιὰ σένα

Μόνο μὲ τοῦ πνεύματος
Τὰ μάγια! Σοῦ τὸ ὑψώνω
Σ᾿ ἕνα τόπον ἄϋλον,
Ἀπείραχτο ἀπ᾿ τὸ χρόνο.

Μ᾿ ὅλα μου τὰ δάκρυα
Καὶ μὲ τὸ αἷμα μου ὅλο
Τοῦ ἔχτισα τὰ θέμελα,
Τοῦ σκέπασα τὸ θόλο

Κι ἂ φοβᾶσαι, ἀγάπη μου,
Νὰ μένῃς μοναχό σου,
Κάλεσε καὶ κράτησε
Μέσα στ᾿ ἀρχοντικό σου

Ὅλα τὰ ἐρωτόπλαστα
Καθὼς ἐσὺ βλάσταρια
Π᾿ ἄνθισαν κι ἀπόσβυσαν,
Μιᾶς χρυσαυγῆς καμάρια!


ΠΗΓΗ: ΕΔΩ

Φεβρουάριος ήταν και τότε. Του 1998:

Ένα άλλο θλιβερό γεγονός που βύθισε σε βαθιά θλίψη τον Παλαμά ήταν ο θάνατος του πολύκλαυστου αγαπημένου του αγοριού, του Άλκη.

Όσες ημέρες βρισκόταν στον «Ευαγγελισμό» κοντά στο άρρωστο παιδί του, που λέγεται ότι είχε όγκο στο κεφάλι, τόση ήταν η οδύνη του, που ο Χίος ποιητής Λάμπρος Πορφύρας, φιλολογικό ψευδώνυμο του Δημητρίου Σύψωμου, έγραφε σε επιστολές του στον Κώστα Χατζόπουλο που βρισκόταν στη Φινλανδία: «Σπεύσον, χάνομεν τον Παλαμάν». Η βαθιά οδύνη του για τον θάνατο του Άλκη υπήρξεν ίσως η αιτία που έγραψε το αριστούργημά του, «Ο Τάφος», (1898).

Ο Παλαμάς συνέθεσε τον θρήνο του από τις 24 Φεβρουαρίου ως τις 9 Μαρτίου 1898, «έναν σταλακτίτη με τα δάκρυα της ψυχής του τα κρυφοσταλάζοντα μέσα του... Η φιλοσοφία της λύπης εκράτησε τα δάκρυα για να τα χύση εις λάμποντας στίχους». Ήταν τόση η απήχηση από το μουσικό άλγος του θρήνου, ώστε το βιβλίο ξανατυπώθηκε άλλες τρεις φορές και μεταφράστηκε στα αγγλικά, γαλλικά και ιταλικά.

ΠΗΓΗ ΙΣΤΟΡΙΑ

Στάθηκε άτυχος ο Φλεβάρης για τους Παλαμάδες... Ποιος ξέρει αν εκείνον, τον τελευταίο του 1943, αν καταλάβαινε, αν θυμόταν... Λένε πως ήταν βαριά άρρωστος και δεν έμαθε ούτε της στοργικής συντρόφου του το χαμό. Λένε μα δεν ξέρουν πως κείνες τις ώρες νιώθεις και καταλαβαίνεις τις παρουσίες κι εκείνων που λείπουν... Λύτρωση ήταν για τον Παλαμά ο θάνατος εκείνο το ξημέρωμα. Στο τελευταίο σπίτι της ζωής του, στην Πλάκα. Εκεί που μνήσκει και μας πονά μια πλάκα μόνο να θυμίζει τούτη τη μέρα:

Έγραψαν κι αν έγραψαν για τούτη την κατάντια... Αφορμή για μένα στάθηκε το άρθρο της Σοφίας. Η επιστολή της στο Δήμαρχο. Να κάνει κάτι για τον ποιητή που κάποτε η Ελλάδα ακούμπησε πάνω στο φέρετρό του... Πάνε 65 χρόνια από τότε:

Πηγή φωτογραφίας και του κειμένου που ακολουθεί: ΠΟΝΤΙΚΙ

«Για μια στιγμή δεν ακούγεται τίποτα. Και τότε ακούγεται ο Σικελιανός. Βγαίνει μπροστά και πάνω απ’ τον νεκρό απαγγέλλει βροντές.

Ηχήστε, οι σάλπιγγες... Καμπάνες βροντερές…

Η βροντώδης φωνή ραγίζει θαρρείς τους τοίχους. Και τις καρδιές. Φλάμπουρα, νομίζω, ξεπετάγονται από παντού. Οι ανάσες κρατιούνται… Οι “προσκυνημένοι” κάνουν σύσταση να μη συνεχιστεί το “κακό”. Μα ο κόσμος έχει κιόλας υπακούσει στον Παλαμά. Και “μέθυσε με τ’ αθάνατο κρασί του Εικοσιένα” Ανυπάκουος κι ο Σκίπης μπαίνει μπροστά και βρίζει τον κατακτητή. Κλαίγοντας ακατάπαυστα κάνει το στόμα του ντουφέκι. Και χτυπάει: “Μέσ’ από τα κάγκελα τ’ αόρατα / της απέραντής μας φυλακής / μέσα στο κελί το σκοτεινό μας / δεν εβάσταξες τον πόνο της φυλής / κι έπεσες σα δρυς απ’ τα χτυπήματα / κάποιων μαύρων ξυλοκόπων…”.

…Με την αντάρα στα μάτια γυρίζει ο Σικελιανός σε μας: Ελάτε δω σεις οι νέοι, οι φοιτητές, φωνάζει. Σε σας ανήκει, εσείς να τον πάτε. Τα χάνουμε για μια στιγμή. Μετά ριχνόμαστε στο φέρετρο, παραμερίζοντας ο ένας τον άλλο. Το σηκώνουμε. Προχωράμε. Φτάνουμε στον τάφο. Ο λάκκος ήταν ανοιγμένος. Βγάζω το στεφάνι από το κεφάλι μου και τ’ ακουμπώ στο φέρετρο. Τότε είδα πως από την άλλη μεριά αυτός που βαστούσε τον Παλαμά ήταν ο Σικελιανός. Ενας γερμανός επίσημος, εκ μέρους του πληρεξούσιου για την Ελλάδα, άφησε το στεφάνι του φτύνοντας τον ποιητή με τα λόγια: “Το Τρίτο Ράιχ στον Κωστή Παλαμά. Χάιλ Χίτλερ”. Ο Σικελιανός γλιστράει. Πάει να πέσει. Δίνει μια με το χέρι του και ξεβρομίζει “κατά λάθος” το φέρετρο.

Ανάσταση και Καθαρή Δευτέρα

Κατεβάζουν το φέρετρο. Ο λαός γονατίζει. Ο Σικελιανός ρίχνει μια φούχτα χώμα. Η Κοτοπούλη άλλη μια. Εγώ επίσης. Γύρω στις άκριες, γραμμές ολόκληρες από καραμπινιέρους και Γερμανούς παραφυλάνε. Μια φοιτήτρια κι ένας γέροντας λιποθυμούν. Να ’ναι απ’ τη συγκίνηση; Η απ’ την πείνα; Θυμήθηκα τους στίχους του Παλαμά: “Η μεγαλοσύνη στα έθνη / δε μετριέται με το στρέμμα / με της καρδιάς το πύρωμα μετριέται / και με το αίμα”.

Δεν ξέρω αν ο κ. Αλτεμπουργκ είχε υπόψη του αυτούς τους στίχους. Εμείς πάντως το πεινασμένο και σκλάβο έθνος είχαμε κάτι άλλο να του πούμε: τον Εθνικό μας Υμνο. Τον αρχίζει πρώτος ο Γεώργιος Κατσίμπαλης και σε λίγο τον παίρνει το ξελευτερωμένο πλήθος και το σκορπάει στους ανέμους. Αντιβουίζει ο τόπος λευτεριά. Και τρέμουν οι άσπροι σταυροί… Η κηδεία γίνεται Ανάσταση και Καθαρή Δευτέρα…».

Η Κυριακή αυτή που ήταν η αιτία να συναντηθούν ο επικήδειος του Αγγελου Σικελιανού για τον θάνατο του Κωστή Παλαμά και ο Εθνικός Υμνος του Διονυσίου Σολωμού, αποτέλεσε κομβικό σημείο για τον λαό της Αθήνας στη διάρκεια της Κατοχής. Οι αθηναίοι συνειδητοποίησαν τη δύναμή τους και το επόμενο διάστημα το βουβό ποτάμι της κηδείας εξελίχθηκε σε οργισμένες κινητοποιήσεις το επόμενο διάστημα μέχρι την αποχώρηση των γερμανών από την πόλη.»


Από το βιβλίο του Χρήστου Λάζου, «Ελληνικό Φοιτητικό Κίνημα 1821-1973», περιγράφει ένας φοιτητής που κράτησε το φέρετρο του ποιητή στους ώμους του.

Είναι εκεί, μπροστά στην τελευταία κατοικία του ποιητή, μπροστά στον Παλαμά που αναχωρεί για το μέγα της ζωής του ταξίδιο:


αρχείο Σαραντάκου

που ο Σικελιανός απαγγέλλει το περίφημο ποίημα:

Ηχήστε οι σάλπιγγες... Καμπάνες βροντερές,
δονήστε σύγκορμη τη χώρα πέρα ως πέρα...
Βογκήστε τύμπανα πολέμου... Οι φοβερές
σημαίες, ξεδιπλωθείτε στον αέρα !

Σ' αυτό το φέρετρο ακουμπά η Ελλάδα ! Ένα βουνό
με δάφνες αν υψώσουμε ως το Πήλιο κι ως την Όσσα,
κι αν το πυργώσουμε ως τον έβδομο ουρανό,
ποιόν κλεί, τι κι αν το πεί η δικιά μου γλώσσα;

Μα εσύ Λαέ, που τη φτωχή σου τη μιλιά,
Ήρωας την πήρε και την ύψωσε ως τ' αστέρια,
μεράσου τώρα τη θεϊκή φεγγοβολιά
της τέλειας δόξας του, ανασήκωσ' τον στα χέρια

γιγάντιο φλάμπουρο κι απάνω από μας
που τον υμνούμε με καρδιά αναμμένη,
πες μ' ένα μόνο ανασασμόν: "Ο Παλαμάς !",
ν' αντιβογκήσει τ' όνομά του η οικουμένη !

Ηχήστε οι σάλπιγγες... Καμπάνες βροντερές,
δονήστε σύγκορμη τη χώρα πέρα ως πέρα...
Βογκήστε τύμπανα πολέμου... Οι φοβερές
σημαίες, ξεδιπλωθείτε στον αέρα !

Σ' αυτό το φέρετρο ακουμπά η Ελλάδα ! Ένας λαός,
σηκώνοντας τα μάτια του τη βλέπει...
κι ακέριος φλέγεται ως με τ' άδυτο ο Ναός,
κι από ψηλά νεφέλη Δόξας τονε σκέπει.

Τι πάνωθέ μας, όπου ο άρρητος παλμός
της αιωνιότητας, αστράφτει αυτήν την ώρα
Ορφέας, Ηράκλειτος, Αισχύλος, Σολωμός
την άγια δέχονται ψυχή την τροπαιοφόρα,

που αφού το έργο της θεμέλιωσε βαθιά
στη γην αυτήν με μιαν ισόθεη Σκέψη,
τον τρισμακάριο τώρα πάει ψηλά τον Ίακχο
με τους αθάνατους θεούς για να χορέψει.

Ηχήστε οι σάλπιγγες... Καμπάνες βροντερές,
δονήστε σύγκορμη τη χώρα πέρα ως πέρα...
Βόγκα Παιάνα ! Οι σημαίες οι φοβερές
της Λευτεριάς ξεδιπλωθείτε στον αέρα !

________________

  • Το άρθρο είναι αναδημοσίευση από το φόρουμ HOMA EDUCANDUS - εκεί και θα γραφτεί η συνέχεια για "Τα σπίτια του Παλαμά"

Καββαδίας. 33 χρόνια από το θάνατό του.

10 Φλεβάρη του 1975.


Ο αγαπημένος ποιητής των θαλασσινών, ο Νίκος Καββαδίας, φεύγει για το αιώνιο ταξίδι...


Πηγή Φωτογραφίας


Αυτός, που τόσο πόθησε μια μέρα να ταφεί, σε κάποια θάλασσα βαθιά στις μακρινές Ινδίες, είχε ένα θάνατο κοινό και θλιβερό πολύ, και μια κηδεία σαν των απλών ανθρώπων τις κηδείες. "Αυτό που φοβόμουν έγινε", ήταν τα τελευταία του λόγια στην αδερφή του Τζένια, σαν κατάλαβε πως έφτασε το τέλος... Στις 10 Φλεβάρη του 75, χτυπημένος από εγκεφαλικό κι ενώ λογάριαζε την άλλη μέρα να μπαρκάρει.

Ο Καββαδίας υπήρξε για μένα ο πιστός σύντροφος στα χρόνια που ταξίδεψα. Κι ας ήταν πια εκείνος φευγάτος για πάντα. Τον τραγουδούσα στις ατέλειωτες ώρες της βάρδιας, στις αβάσταχτες ώρας της μοναξιάς, στις ώρες που ανοίγανε τα εφτά στόματα της θάλασσας κι η λογική έλεγε "πως όλα τέλειωσαν"...

10 Φλεβάρη του 75 ταξίδεψε εκείνος για πάντα.

19 Φλεβάρη του 1982, εφρά χρόνια αργότερα, λίγο έλειψε να πάρω κι εγώ το δρόμο του. Κι εκείνη την ώρα, σύντροφος και πάλι ο δικός του λόγος:


Δεν ξέρω τι είναι για τους άλλους ο Καββαδίας. Ξέρω μόνο πως για μένα έχει φωλιάσει στα τρίσβαθα της ψυχής μου, σε κείνα τα απάτητα μέρη που μόνο ο μεγάλος κίνδυνος ανοίγει την πόρτα τους. Κι ό,τι εκεί λάβει θέση, γίνεται ένα μαζί σου και ρέει στις φλέβες σου αξεχώριστο για πάντα με το αίμα και τη σκέψη σου. Το ποίημά του που εκείνη τη μέρα του Φλεβάρη ήρθε να γλυκάνει τη λαχτάρα μπρος στο θάνατο, αφιερώνω στη μνήμη του:


ΕΝΑΣ ΔΟΚΙΜΟΣ ΣΤΗ ΓΕΦΥΡΑ ΕΝ ΩΡΑ ΚΙΝΔΥΝΟΥ

Στο ημερολόγιο γράψαμε: "Κυκλών και καταιγίς".
Εστείλαμε το S.O.S. μακριά σε άλλα καράβια,
κι εγώ κοιτάζοντας χλωμός τον άγριον Ινδικό
πολύ αμφιβάλλω αν φτάσουμε μια μέρα στη Μπατάβια.

Μα δε λυπάμαι μια σταλιάν - Εμείς οι ναυτικοί
έχουμε, λένε, την ψυχή στο διάολο πουλημένη.
Μια μάνα μόνο σκέφτομαι στυγνή και σκυθρωπή,
που χρόνια τώρα και καιρούς το γιο της περιμένει.

Το ξέρω πως η θέση μας είναι άσχημη πολύ.
Η θάλασσα τη γέφυρα με κύματα γεμίζει
κι εγώ λυπάμαι μοναχά που δεν μπορώ να πω
σε κάποιον, κάτι που πολύ φριχτά με βασανίζει.

Θεέ μου! είμαι μοναχά δεκαεννιά χρονών,
κι έχω σε μέρη μακρινά πολλές φορές γυρίσει.
Θεέ μου! έχω μιαν άκακη, μια παιδική καρδιά,
αλλά πολύ έχω πλανηθεί, κι έχω πολύ αμαρτήσει.

Συχώρεσέ με...Κάποτες όπου 'χα πιει πολύ
και δεν εκαταλάβαινα το τι έκανα, στο Αλγέρι,
για μιαν μικρήν Αράπισσα, που εχόρευε γυμνή,
επέταξα κατάστηθα σε κάποιον το μαχαίρι.

Συχώρεσέ με...Μια βραδιά θολή στο Σάντα Φε,
καθώς κάποια με κράταγε σφιχτά στην αγκαλιά της,
ετράβηξα απ' την κάλτσα της μια δέσμη από λεφτά
που όλη τη μέρα εμάζευεν απ' την αισχρήν δουλειά της.

Κι ακόμα, Κύριε...ντρέπομαι να το συλλογιστώ,
(μα ήτανε τόσο κόκκινα κι υγρά τα ωραία του χείλια
και κάποια κάπου ολόλυζε κιθάρα ισπανική...)
κοιμήθηκα μ' έναν μικρόν εβραίο στη Σεβίλλια.

Κύριε...ετούτο το κορμί το τόσο αμαρτωλό
σε λίγο στις υδάτινες ειρκτές νεκρό θα πέσει...
Μα τέσσερα όμως σκέφτομαι γαλόνια εγώ χρυσά
κι ένα θλιμμένο δόκιμο, που δε θα τα φορέσει...

Δείτε τα βίντεο - αφιερώματα στο Νίκο Καββαδία,

από την εκπομπή του Άλφα "Μηχανή του χρόνου":


ΑΦΙΕΡΩΜΑ ΣΤΟ ΓΙΑΝΝΗ ΡΙΤΣΟ


11 ΧΡΟΝΙΑ ΑΠΟ ΤΟ ΘΑΝΑΤΟ ΤΟΥ

  1. Γιάννη Ρίτσου: Εξαίσιες Φωταψίες της Άλλης Όχθης... Ένα από τα ωραιότερα ποιήματα του Γιάννη Ρίτσου, "Η Σονάτα του Σεληνόφωτος"
  2. Βίντεο: Μελοποιημένοι στίχοι από τη Σονάτα του Σεληνόφωτος. (Κ. Θωμαΐδης - Θ. Μικρούτσικος)
  3. Γιάννη Ρίτσου: Επιτάφιος (Βίντεο με τη φωνή της Μαρίας Φαραντούρη και φυσικά με μουσική του Μίκη Θεοδωράκη.)
  4. Γιάννη Ρίτσου: Ρωμιοσύνη (Βίντεο. Ο Μίκης Θεοδωράκης τραγουδά Γιάννη Ρίτσο.)
  5. ΡΩΜΙΟΣΥΝΗ Το ποίημα. Απαγγέλλει τους στίχους ο ίδιος ο ποιητής.
  6. Αφιέρωμα της ΚΝΕ στο Γιάννη Ρίτσο Ο Βασίλης Κολοβός απαγγέλλει Γιάννη Ρίτσο.
  7. Γιάννη Ρίτσου: Όταν σφίγγουν το χέρι... - Σώπα όπου να 'ναι θα σημάνουν οι καμπάνες... Βίντεο

Κλείνουν σήμερα έντεκα χρόνια από το θάνατο του ποιητή της Ρωμιοσύνης και του Επιτάφιου.

Γεννήθηκε στη Μονεμβασιά τη Πρωτομαγιά του 1909 και πέθανε στην Αθήνα το 1990. Έγραψε πάνω από 100 ποιητικές συλλογές και συνθέσεις, πεζογραφήματα θεατρικά, μελέτες, μεταφράσεις, χρονογραφήματα.

Το 1921 άρχισε να συνεργάζεται με τη «Διάπλαση Των Παίδων». Το 1934 εκδόθηκε η πρώτη ποιητική συλλογή του με τίτλο "Τρακτέρ", ενώ άρχισε και τη συνεργασία του με το Ριζοσπάστη, με τα "Γράμματα Για Το Μέτωπο". Το 1935 κυκλοφορούν οι "Πυραμίδες", το 1936 ο "Επιτάφιος" και το 1937 "Το Τραγούδι Της Αδελφής Μου".

Έλαβεν ενεργό μέρος στην Εθνική Αντίσταση, ενώ κατά το χρονικό διάστημα 1948-52 εξορίστηκε σε διάφορα νησιά. Το 1956 τιμήθηκε με το Α' Κρατικό Βραβείο Ποίησης για τη "Σονάτα Του Σεληνόφωτος". Το 1968 προτάθηκε για το βραβείο Νόμπελ από 75 Γάλλους ακαδημαϊκούς, συγγραφείς και νομπελίστες, το 1975 αναγορεύτηκε επίτιμος διδάκτορας του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης και το 1977 τιμήθηκε με το βραβείο Λένιν για την ειρήνη.

Πέθανε στις 11 Νοεμβρίου 1990, αφήνοντας 50 ανέκδοτες συλλογές ποιημάτων.


Καπνισμένο Τσουκάλι

Και να αδελφέ μου που μάθαμε να κουβεντιάζουμε ήσυχα κι απλά.
Καταλαβαινόμαστε τώρα, δεν χρειάζονται περισσότερα.
Κι αύριο λέω θα γίνουμε ακόμα πιο απλοί.
Θα βρούμε αυτά τα λόγια που παίρνουνε το ίδιο βάρος
σ' όλες τις καρδιές, σ' όλα τα χείλη.
'Ετσι να λέμε πια τα σύκα-σύκα και τη σκάφη-σκάφη.
Κι έτσι που να χαμογελάνε οι άλλοι και να λένε,
"Τέτοια ποιήματα, σου φτιάχνουμε εκατό την ώρα."
Αυτό θέλουμε κι εμείς.
Γιατί εμείς δεν τραγουδάμε για να ξεχωρίσουμε αδελφέ μου απ' τον κόσμο.
Εμείς τραγουδάμε για να σμίξουμε τον κόσμο.

...έχεις ακόμη να κλάψεις πολύ
ώσπου να μάθεις τον κόσμο να γελάει.

Γιάννη Ρίτσου: Εξαίσιες Φωταψίες της Άλλης Όχθης...

H Σονάτα Του Σεληνόφωτος



(Ανοιξιάτικο βράδυ. Μεγάλο δωμάτιο παλιού σπιτιού. Μια ηλικιωμένη γυναίκα, ντυμένη στα μαύρα, μιλάει σ' έναν νέο. Δεν έχουν ανάψει φως. Απ' τα δύο παράθυρα μπαίνει ένα αμείλικτο φεγγαρόφωτο. Ξέχασα να πω ότι η Γυναίκα με τα Μαύρα έχει εκδώσει δύο-τρεις ενδιαφέρουσες ποιητικές συλλογές θρησκευτικής πνοής. Λοιπόν, η Γυναίκα με τα Μαύρα μιλά στον Νέο):


'Αφησέ με να έρθω μαζί σου. Τι φεγγάρι απόψε!

Είναι καλό το φεγγάρι, - δε θα φαίνεται

που άσπρισαν τα μαλλιά μου. Το φεγγάρι

θα κάνει πάλι χρυσά τα μαλλιά μου. Δε θα καταλάβεις.

'Αφησέ με να έρθω μαζί σου.

Όταν έχει φεγγάρι μεγαλώνουν οι σκιές μες στο σπίτι,

αόρατα χέρια τραβούν τις κουρτίνες,

ένα δάχτυλο αχνό γράφει στη σκόνη του πιάνου

λησμονημένα λόγια δε θέλω να τ ακούσω. Σώπα.

'Αφησε με να έρθω μαζί σου

λίγο πιο κάτου, ως την μάντρα του τουβλάδικου,

ως εκεί που στρίβει ο δρόμος και φαίνεται

η πολιτεία τσιμεντένια κι αέρινη, ασβεστωμένη με φεγγαρόφωτο,

τόσο αδιάφορη κι άυλη

τόσο θετική σαν μεταφυσική

που μπορείς επιτέλους να πιστέψεις

πως υπάρχεις και δεν υπάρχεις

πως ποτέ δεν υπήρξες, δεν υπήρξε ο χρόνος κι η φθορά του.

'Αφησε με να έρθω μαζί σου.....

Θα καθίσουμε λίγο στο πεζούλι, πάνω στο ύψωμα,

κι όπως θα μας φυσάει ο ανοιξιάτικος αέρας

μπορεί να φανταστούμε κιόλας πως θα πετάξουμε,

γιατί, πολλές φορές, και τώρα ακόμη,

ακούω τον θόρυβο του φουστανιού μου

σαν τον θόρυβο δύο δυνατών φτερών που ανοιγοκλείνουν,

κι όταν κλείνεσαι μέσα σ αυτόν τον ήχο του πετάγματος

νιώθεις κρουστό το λαιμό σου, τα πλευρά σου, τη σάρκα σου,

κι έτσι σφιγμένος μες στους μυώνες του γαλάζιου αγέρα,

μέσα στα ρωμαλέα νεύρα του ύψους,

δεν έχει σημασία αν φεύγεις ή αν γυρίζεις

κι ούτε έχει σημασία που άσπρισαν τα μαλλιά μου,

(δεν είναι τούτο η λύπη μου η λύπη μου

είναι που δεν ασπρίζει κι η καρδιά μου).

'Αφησε με να έρθω μαζί σου

Το ξέρω πως καθένας μοναχός πορεύεται στον έρωτα,

μοναχός στη δόξα και στο θάνατο.

Το ξέρω. Το δοκίμασα. Δεν ωφελεί.

'Αφησε με να έρθω μαζί σου...

Τούτο το σπίτι στοίχειωσε, με διώχνει θέλω να πω έχει παλιώσει

πολύ, τα καρφιά ξεκολλάνε,

τα κάδρα ρίχνονται σα να βουτάνε στο κενό,

οι σουβάδες πέφτουν αθόρυβα

όπως πέφτει το καπέλο του πεθαμένου

απ' την κρεμάστρα στο σκοτεινό διάδρομο

όπως πέφτει το μάλλινο τριμμένο γάντι της σιωπής

απ' τα γόνατά της

ή όπως πέφτει μιά λουρίδα φεγγάρι στην παλιά,

ξεκοιλιασμένη πολυθρόνα.

Κάποτε υπήρξε νέα κι αυτή, -όχι η φωτογραφία που κοιτάς

με τόση δυσπιστία

λέω για την πολυθρόνα, πολύ αναπαυτική,

μπορούσες ώρες ολόκληρες να κάθεσαι

και με κλεισμένα μάτια να ονειρεύεσαι ό,τι τύχει

-μιάν αμμουδιά στρωτή, νοτισμένη, στιλβωμένη από φεγγάρι,

πιο στιλβωμένη απ' τα παλιά λουστρίνια μου που κάθε μήνα τα δίνω

στο στιλβωτήριο της γωνίας,

ή ένα πανί ψαρόβαρκας που χάνεται στο βάθος

λικνισμένο απ' την ίδια του ανάσα,

τριγωνικό πανί σα μαντίλι διπλωμένο λοξά μόνο στα δύο

σα να μην είχε τίποτα να κλείσει ή να κρατήσει

ή ν' ανεμίσει διάπλατο σε αποχαιρετισμό.

Πάντα μου είχα μανία με τα μαντίλια,

όχι για να κρατήσω τίποτα δεμένο,

τίποτα σπόρους λουλουδιών ή χαμομήλι μαζεμένο

στους αγρούς με το λιόγερμα

ή να το δέσω τέσσερις κόμπους σαν το αντικρινό γιαπί

ή να σκουπίζω τα μάτια μου, - διατήρησα καλή την όρασή μου,

ποτέ μου δεν φόρεσα γυαλιά. Μιά απλή ιδιοτροπία τα μαντίλια....

Τώρα τα διπλώνω στα τέσσερα, στα οχτώ, στα δεκάξι

ν' απασχολώ τα δάχτυλά μου. Και τώρα θυμήθηκα

πως έτσι μετρούσα τη μουσική σαν πήγαινα στο Ωδείο

με μπλε ποδιά κι άσπρο γιακά, με δύο ξανθές πλεξούδες

- 8, 16, 32, 64, -

κρατημένη απ' το χέρι μιας μικρής φίλης μου ροδακινιάς

όλο φως και ροζ λουλούδια,

(συγχώρεσέ μου αυτά τα λόγια κακή συνήθεια) 32, 64, -

κι οι δικοί μου στήριζαν μεγάλες ελπίδες στο μουσικό μου τάλαντο.

Λοιπόν, σου λεγα για την πολυθρόνα

ξεκοιλιασμένη φαίνονται οι σκουριασμένες σούστες, τα άχερα

έλεγα να την πάω δίπλα στο επιπλοποιείο,

μα που καιρός και λεφτά και διάθεση τι να πρωτοδιορθώσεις; -

έλεγα να ρίξω ένα σεντόνι πάνω της, - φοβήθηκα

τ' άσπρο σεντόνι σε τέτοιο φεγγαρόφωτο. Εδώ κάθισαν

άνθρωποι που ονειρεύτηκαν μεγάλα όνειρα,

όπως κι εσύ κι όπως κι εγώ άλλωστε,

και τώρα ξεκουράζονται κάτω απ' το χώμα

δίχως να ενοχλούνται απ' τη βροχή ή το φεγγάρι.

'Αφησε με να έρθω μαζί σου...

Θα σταθούμε λιγάκι στην κορφή της μαρμάρινης σκάλας του 'Αϊ- Νικόλα,

ύστερα εσύ θα κατηφορίσεις κι εγώ θα γυρίσω πίσω

έχοντας στ' αριστερό πλευρό μου τη ζέστα

απ' το τυχαίο άγγιγμα του σακακιού σου

κι ακόμη μερικά τετράγωνα φώτα από μικρά συνοικιακά παράθυρα

κι αυτή την πάλλευκη άχνα απ' το φεγγάρι

που 'ναι σα μια μεγάλη συνοδεία ασημένιων κύκνων

και δε φοβάμαι αυτή την έκφραση, γιατί εγώ

πολλές ανοιξιάτικες νύχτες συνομίλησα

άλλοτε με το Θεό που μου εμφανίστηκε

ντυμένος την αχλύ και την δόξα ενός τέτοιου σεληνόφωτος,

και πολλούς νέους, πιο ωραίους κι από σένα ακόμη, του εθυσίασα,

έτσι λευκή κι απρόσιτη ν' ατμίζομαι μες στη λευκή μου φλόγα,

στη λευκότητα του σεληνόφωτος,

πυρπολημένη απ' τ' αδηφάγα μάτια των αντρών

κι απ' τη δισταχτικήν έκσταση των εφήβων,

πολιορκημένη από εξαίσια, ηλιοκαμένα σώματα,

άλκιμα μέλη γυμνασμένα στο κολύμπι, στο κουπί, στο στίβο,

στο ποδόσφαιρο (που έκανα πως δεν τα 'βλεπα)

- ξέρεις, καμιά φορά, θαυμάζοντας, ξεχνάς, ό,τι θαυμάζεις,

σου φτάνει ο θαυμασμός σου, -

θε μου, τι μάτια πάναστρα, κι ανυψωνόμουν

σε μιαν αποθέωση αρνημένων άστρων

γιατί, έτσι πολιορκημένη απ' έξω κι από μέσα,

άλλος δρόμος δε μου 'μενε παρά μονάχα

προς τα πάνω ή προς τα κάτω.

- Όχι, δε φτάνει.

'Αφησε με να έρθω μαζί σου ...

Το ξέρω η ώρα είναι πια περασμένη. 'Αφησέ με,

γιατί τόσα χρόνια, μέρες και νύχτες και πορφυρά μεσημέρια,

έμεινα μόνη, ανένδοτη, μόνη και πάναγνη,

ακόμη στη συζυγική μου κλίνη πάναγνη και μόνη,

γράφοντας ένδοξους στίχους στα γόνατα του Θεού,

στίχους που, σε διαβεβαιώ, θα μένουνε

σα λαξευμένοι σε άμεμπτο μάρμαρο

πέρα απ' τη ζωή μου και τη ζωή σου,

πέρα πολύ. Δε φτάνει.

'Αφησε με να έρθω μαζί σου.

Τούτο το σπίτι δε με σηκώνει πια.

Δεν αντέχω να το σηκώνω στη ράχη μου.

Πρέπει πάντα να προσέχεις, να προσέχεις,

να στεριώνεις τον τοίχο με το μεγάλο μπουφέ

να στεριώνεις τον μπουφέ με το πανάρχαιο σκαλιστό τραπέζι

να στεριώνεις το τραπέζι με τις καρέκλες

να στεριώνεις τις καρέκλες με τα χέρια σου

να βάζεις τον ώμο σου κάτω απ' το δοκάρι που κρέμασε.

Και το πιάνο, σα μαύρο φέρετρο κλεισμένο. Δε τολμάς να τ' ανοίξεις.

Όλο να προσέχεις, να προσέχεις, μην πέσουν, μην πέσεις. Δεν

αντέχω.

'Αφησε με να έρθω μαζί σου...

Τούτο το σπίτι, παρ' όλους τους νεκρούς του,

δεν εννοεί να πεθάνει.

Επιμένει να ζει με τους νεκρούς του

να ζει απ' τους νεκρούς του

να ζει απ' τη βεβαιότητα του θανάτου του


και να νοικοκυρεύει ακόμη τους νεκρούς του

σ' ετοιμόρροπα κρεββάτια και ράφια.

'Αφησε με να έρθω μαζί σου.

Εδώ, όσο σιγά κι αν περπατήσω μες στην άχνα της βραδιάς,

είτε με τις παντούφλες, είτε ξυπόλυτη,

κάτι θα τρίξει, -ένα τζάμι ραγίζει ή κάποιος καθρέφτης,

κάποια βήματα ακούγονται, - δεν είναι δικά μου.

Έξω, στο δρόμο μπορεί να μην ακούγονται τούτα τα βήματα, -

η μεταμέλεια, λένε, φοράει ξυλοπάπουτσα, -

κι αν κάνεις να κοιτάξεις σ' αυτόν ή τον άλλον καθρέφτη,

πίσω απ' την σκόνη και τις ραγισματιές,

διακρίνεις πιο θαμπό και πιο τεμαχισμένο το πρόσωπό σου,

το πρόσωπο σου που άλλο δε ζήτησες στη ζωή παρά να το κρατήσεις

καθάριο κι αδιαίρετο.

Τα χείλη του ποτηριού γυαλίζουν στο φεγγαρόφωτο

σαν κυκλικό ξυράφι πώς να το φέρω στα χείλη μου;

όσο κι αν διψώ, - πως να το φέρω; - Βλέπεις;

έχω ακόμη διάθεση για παρομοιώσεις, - αυτό μου απόμεινε,

αυτό με βεβαιώνει ακόμη πως δεν λείπω.

'Αφησε με να έρθω μαζί σου...

Φορές-φορές, την ώρα που βραδιάζει, έχω την αίσθηση

πως έξω απ' τα παράθυρα περνάει ο αρκουδιάρης

με τη γριά βαρειά του αρκούδα

με το μαλλί της όλο αγκάθια και τριβόλια

σηκώνοντας σκόνη στο συνοικιακό δρόμο

ένα ερημικό σύννεφο σκόνη που θυμιάζει το σούρουπο

και τα παιδιά έχουν γυρίσει σπίτια τους για το δείπνο

και δεν τ' αφήνουν πια να βγουν έξω

μ' όλο που πίσω απ' τους τοίχους μαντεύουν

το περπάτημα της γριάς αρκούδας

κι η αρκούδα κουρασμένη πορεύεται μες στη σοφία της μοναξιάς της,

μη ξέροντας για πού και γιατί

έχει βαρύνει, δεν μπορεί πια

να χορεύει στα πισινά της πόδια

δεν μπορεί να φοράει τη δαντελένια σκουφίτσα της

να διασκεδάζει τα παιδιά, τους αργόσχολους, τους απαιτητικούς,

και το μόνο που θέλει είναι να πλαγιάσει στο χώμα

αφήνοντας να την πατάνε στην κοιλιά,

παίζοντας έτσι το τελευταίο παιχνίδι της,

δείχνοντας την τρομερή της δύναμη για παραίτηση,

την ανυπακοή της στα συμφέροντα των άλλων,


στους κρίκους των χειλιών της, στην ανάγκη των δοντιών της,

την ανυπακοή της στον πόνο και στη ζωή

με τη σίγουρη συμμαχία του θανάτου έστω κι ενός αργού θανάτου

την τελική της ανυπακοή στο θάνατο

με τη συνέχεια και τη γνώση της ζωής

που ανηφοράει με γνώση και με πράξη πάνω απ τη σκλαβιά της.


Μα ποιος μπορεί να παίξει ως το τέλος αυτό το παιχνίδι;

Κι η αρκούδα σηκώνεται πάλι και πορεύεται

υπακούοντας στο λουρί της, στους κρίκους της, στα δόντια της,

χαμογελώντας με τα σκισμένα χείλη της

στις πενταροδεκάρες που της ρίχνουνε

τα ωραία κι ανυποψίαστα παιδιά

(ωραία ακριβώς γιατί είναι ανυποψίαστα)

και λέγοντας ευχαριστώ. Γιατί οι αρκούδες που γεράσανε

το μόνο που έμαθαν να λένε είναι: ευχαριστώ, ευχαριστώ.

'Αφησέ με να έρθω μαζί σου...

Τούτο το σπίτι με πνίγει. Μάλιστα η κουζίνα

είναι σαν το βυθό της θάλασσας.

Τα μπρίκια κρεμασμένα γυαλίζουν σα στρογγυλά,

μεγάλα μάτια απίθανων ψαριών,

τα πιάτα σαλεύουν αργά σαν τις μέδουσες,

φύκια κι όστρακα πιάνονται στα μαλλιά μου

δεν μπορώ να τα ξεκολλήσω ύστερα,

δεν μπορώ ν' ανέβω πάλι στην επιφάνεια

ο δίσκος μου πέφτει απ' τα χέρια άηχος, -σωριάζομαι

και βλέπω τις φυσαλίδες απ' την ανάσα μου ν' ανεβαίνουν,

ν' ανεβαίνουν

και προσπαθώ να διασκεδάσω κοιτάζοντές τες

κι αναρωτιέμαι τι θα λέει αν κάποιος βρίσκεται

από πάνω και βλέπει αυτές τις φυσαλίδες,

τάχα πως πνίγεται κάποιος ή πως ένας δύτης ανιχνεύει τους βυθούς;

Κι αλήθεια δεν είναι λίγες οι φορές που ανακαλύπτω εκεί,

στο βάθος του πνιγμού, κοράλλια και μαργαριτάρια

και θησαυρούς ναυαγισμένων πλοίων,

απρόοπτες συναντήσεις, και χτεσινά και σημερινά μελλούμενα,

μιαν επαλήθευση σχεδόν αιωνιότητας,

κάποιο ξανάσαμα, κάποιο χαμόγελο αθανασίας, όπως λένε,

μιαν ευτυχία, μια μέθη, κι ενθουσιασμόν ακόμη,

κοράλλια και μαργαριτάρια και ζαφείρια,

μονάχα που δεν ξέρω να τα δώσω όχι τα δίνω,

μονάχα που δεν ξέρω αν μπορούν να τα πάρουν

πάντως εγώ τα δίνω.

'Αφησέ με να έρθω μαζί σου...

Μια στιγμή, να πάρω τη ζακέτα μου.

Τούτο τον άστατο καιρό, όσο να 'ναι, πρέπει να φυλαγόμαστε.

Έχει υγρασία τα βράδια, και το φεγγάρι

δε σου φαίνεται, αλήθεια, πως επιτείνει την ψύχρα;

'Ασε να σου κουμπώσω το πουκάμισο τι δυνατό το στήθος σου,

- τι δυνατό φεγγάρι,- η πολυθρόνα, λέω κι όταν σηκώνω

το φλιτζάνι απ' το τραπέζι

μένει από κάτω μιά τρύπα σιωπή, βάζω αμέσως την παλάμη μου επάνω

να μη κοιτάξω μέσα, - αφήνω πάλι το φλιτζάνι στη θέση του,

και το φεγγάρι μια τρύπα στο κρανίο του κόσμου

μην κοιτάξεις μέσα,

έχει μια δύναμη μαγνητική που σε τραβάει μην κοιτάξεις,

μη κοιτάχτε,

ακούστε με που σας μιλάω θα πέσετε μέσα.

Τούτος ο ίλιγγος ωραίος, ανάλαφρος θα πέσεις, -

ένα μαρμάρινο πηγάδι το φεγγάρι,

ίσκιοι σαλεύουν και βουβά φτερά, μυστηριακές φωνές δεν τις ακούτε;

Βαθύ-βαθύ το πέσιμο,

βαθύ-βαθύ το ανέβασμα,

το αέρινο άγαλμα κρουστό μες στ' ανοιχτά φτερά του,

βαθειά-βαθειά η αμείλικτη ευεργεσία της σιωπής, -

τρέμουσες φωταψίες της άλλης όχθης,

όπως ταλαντεύεσαι μες στο ίδιο σου το κύμα,

ανάσα ωκεανού. Ωραίος, ανάλαφρος

ο ίλιγγος τούτος, - πρόσεξε, θα πέσεις.

Μην κοιτάς εμένα,

εμένα η θέση μου είναι το ταλάντευμα ο εξαίσιος ίλιγγος.


Έτσι κάθε απόβραδο έχω λιγάκι πονοκέφαλο, κάτι ζαλάδες...

Συχνά πετάγομαι στο φαρμακείο απέναντι

για καμμιάν ασπιρίνη,

άλλοτε πάλι βαριέμαι και μένω με τον πονοκέφαλό μου

ν' ακούω μες στους τοίχους τον κούφιο θόρυβο που κάνουν

οι σωλήνες του νερού,

ή ψήνω έναν καφέ, και, πάντα αφηρημένη,

ξεχνιέμαι κ ετοιμάζω δυο ποιος να τον πιει τον άλλον; -

αστείο αλήθεια, τον αφήνω στο περβάζι να κρυώνει

ή κάποτε πίνω και τον δεύτερο, κοιτάζοντας απ' το παράθυρο

τον πράσινο γλόμπο του φαρμακείου

σαν το πράσινο φως ενός αθόρυβου τραίνου

που έρχεται να με πάρει

με τα μαντίλια μου, τα στραβοπατημένα μου παπούτσια,

τη μαύρη τσάντα μου, τα ποιήματα μου,

χωρίς καθόλου βαλίτσες τι να τις κάνεις;

'Αφησέ με να έρθω μαζί σου...

Α, φεύγεις; Καληνύχτα. Όχι, δε θα έρθω. Καληνύχτα.

Εγώ θα βγω σε λίγο. Ευχαριστώ. Γιατί, επιτέλους, πρέπει

να βγω απ' αυτό το τσακισμένο σπίτι.

Πρέπει να δω λιγάκι πολιτεία, -όχι, όχι το φεγγάρι

την πολιτεία με τα ροζιασμένα χέρια της,

την πολιτεία του μεροκάματου,

την πολιτεία που ορκίζεται στο ψωμί και στη γροθιά της

την πολιτεία που μας αντέχει στη ράχη της

με τις μικρότητες μας, τις κακίες, τις έχτρες μας,

με τις φιλοδοξίες, την άγνοιά μας και τα γερατειά μας, -

ν' ακούσω τα μεγάλα βήματά της πολιτείας,

να μην ακούω πια τα βήματα σου

μήτε τα βήματα του Θεού, μήτε και τα δικά μου βήματα.

Καληνύχτα...


(Το δωμάτιο σκοτεινιάζει. Φαίνεται πως κάποιο σύννεφο θα έκρυψε το φεγγάρι. Μονομιάς, σαν κάποιο χέρι να δυνάμωσε το ραδιόφωνο του γειτονικού μπαρ, ακούστηκε μια πολύ γνωστή μουσική φράση. Και τότε κατάλαβα πως όλη τούτη τη σκηνή τη συνόδευε χαμηλόφωνα η "Σονάτα του Σεληνόφωτος", μόνο το πρώτο μέρος. Ο νέος θα κατηφορίζει τώρα μ' ένα ειρωνικό κι ίσως συμπονετικό χαμόγελο στα καλογραμμένα χείλη του και μ' ένα συναίσθημα απαιλευθέρωσης. Όταν θα φτάσει ακριβώς στον 'Αη-Νικόλα, πριν κατέβει τη μαρμάρινη σκάλα, θα γελάσει, -ένα γέλιο δυνατό, ασυγκράτητο. Το γέλιο του δε θ' ακουστεί καθόλου ανάρμοστα κάτω

απ' το φεγγάρι. Ίσως το μόνο ανάρμοστο να είναι το ότι δεν είναι καθόλου ανάρμοστο. Σε λίγο ο Νέος θα σωπάσει, θα σοβαρευτεί και θα πει: "Η παρακμή μιάς εποχής". Έτσι, ολότελα ήσυχος πια, θα ξεκουμπώσει πάλι το πουκάμισό του και θα τραβήξει το δρόμο του.

Όσο για τη γυναίκα με τα μαύρα, δεν ξέρω αν βγήκε τελικά απ' το σπίτι. Το φεγγαρόφωτο λάμπει ξανά. Και στις γωνίες του δωματίου οι σκιές σφίγγονται από μιαν αβάσταχτη μετάνοια, σχεδόν οργή, όχι τόσο για τη ζωή, όσο για την άχρηστη εξομολόγηση. Ακούτε; Το ραδιόφωνο συνεχίζει.)

Κατερίνα Γώγου: Χειρόγραφο

Αφιέρωμα στην Κατερίνα Γώγου










Κατερίνα Γώγου. Σαν σήμερα...




Για Κατερίνα μιλούσα και χτες, για Κατερίνα θα σας μιλήσω και σήμερα. Μια άλλη Κατερίνα, τη λατρεμένη μας (θέλω να πιστεύω πως δεν νιώθω μόνο εγώ τέτοια αγάπη για εκείνη) την Κατερίνα τη Γώγου.

Τυχαία έπεσα στην είδηση, στο καθιερωμένο σερφάρισμα στη blogosfaira: "Σαν σήμερα πέθανε η Κατερίνα Γώγου". Τι πέθανε; Αυτοκτόνησε, είναι το σωστό. Αυτοθέλητα έβαλε τέλος στη ζωή της. 1993. 3 του Οκτώβρη. Με χάπια... Και ήταν μόλις στα 53. Δεν είναι που δεν άντεξε τη ζωή. Είναι που η μοίρα των ποιητών τους θέλει να πεθαίνουν νέοι. Γιατί ο ποιητής έτσι είναι φτιαγμένος. Διαφορετικός από τους κοινούς θνητούς:
"Ο ποιητής δεν προετοιμάζει το θάνατό του με την σπατάλη της ζωής του, όπως συμβαίνει με τους πολλούς, αλλά πραγματοποιεί τη ζωή του με την σπατάλη του θανάτου του. Σαν τον μυθικό Ερυσίχθονα, τρέφεται με τις σάρκες του κι όταν σπαράξει και το τελευταίο κομμάτι τους, πεθαίνει. Ακριβώς την ώρα που ο θάνατος δεν βρίσκει τίποτα να του πάρει" (Δημήτρης Λιαντίνης)

Έτσι έγινε και με την Κατερίνα. Την Κατερίνα μας.


Την Κατερίνα που ήξερε καλά πως ποτέ δε σημαδεύουνε στο πόδια:

"Στο μυαλό είναι ο Στόχος. το νου σου ε;"

Και τέτοιος στόχος στάθηκε ολοζωής κι εκείνη. Τη γνώρισα στο κρίσιμο μεταίχμιο της εφηβείας και με σημάδεψε με το λόγο της για πάντα. Μερικά από τα πια αγαπημένα της εδώ θα αφήσω, μνημόσυνο στην "ψυχούλα" της την τόσο πονεμένη:


Άτιτλο

Η ελευθερία μου είναι στις σόλες
των αλήτικων παπουτσιών μου.
Φέρνω τον κόσμο άνω κάτω.
Μπορώ να σεργιανίσω ότι ώρα μου γουστάρει.
Π.χ. την ώρα που βάζετε τις μασέλες σας
Στο ποτηράκι με το νερό πριν κοιμηθείτε
την ώρα που απαυτωνόσαστε
την ώρα που κάνετε το χρέος σας
στα παιδιά σας, στο σωματείο σας
την ώρα που σας έχουν χώσει την ιδέα
πως τρώτε αυγολέμονο
και τρώτε σκατά
μπορώ και περπατάω,
με τα αλήτικα παπούτσια μου
πάνω από τις στέγες σας
-όχι ρε παιδάκι μου σαν εκείνη
την ηλίθια με τη σκούπα, τη Μαίρη Πόπινς-
δεν πιάνετε το κανάλι μου
μόνο όσοι έχουμε το ίδιο μήκος κύματος
ανθρωπάκια χέστες, κατά βάθος σας λυπάμαι
αλλά τώρα δε χάνω το χρόνο μου μαζί σας
δεν θέλω παρτίδες με κανέναν σας
η ελευθερία σας
είναι στις σόλες των τρύπιων παπουτσιών μου

θάρθει η ώρα που θα τις γλύφετε
και θα ουρλιάζετε κλαίγοντας "θαύμα, θαύμα"
αυτά τα παπούτσια
ποτέ δεν ξεκουράζονται και ούτε βιάζονται
όταν εγώ καθαρίσω από εδώ
θα τα φορέσει ο Παύλος, η Μυρτώ, φοράμε το ίδιο νούμερο, δεν λειώνουν,
όσες πρόκες και αν ρίχνετε στο δρόμο.
Σας βαράνε στο δόξα πατρί σας
θα έρθει η ώρα
που θα τρέχετε απεγνωσμένα στο στιλβωτήριο
"συνοδοιπόροι" και "αποστάτες"
να βάψετε τα δικά σας
μα η μπογιά
δεν θα πιάνει
ότι και αν κάνετε, όσα και αν δίνετε
τέτοιο άτιμο κόκκινο είναι το δικό μας.



Εμένα οι φίλοι μου είναι μαύρα πουλιά


Εμένα οι φίλοι μου είναι μαύρα πουλιά
πού κάνουν τραμπάλα στίς ταράτσες ετοιμόρροπων σπιτιών
Εξάρχεια Πατήσια Μεταξουργείο Μέτς.
Κάνουν ό τι λάχει.
Πλασιέ τσελεμεντέδων καί εγκυκλοπαιδειών
φτιάχνουν δρόμους καί ενώνουν ερήμους
διερμηνείς σέ καμπαρέ τής Ζήνωνος
επαγγελματίες επαναστάτες
παλιά τούς στρίμωξαν καί τά κατέβασαν
τώρα παίρνουν χάπια καί οινόπνευμα νά κοιμηθούν
αλλά βλέπουν όνειρα καί δέν κοιμούνται.
'Εμένα οι φίλες μου είναι σύρματα τεντωμένα
στίς ταράτσες παλιών σπιτιών
Εξάρχεια Βικτώρια Κουκάκι Γκύζη.
πάνω τους έχετε καρφώσει εκατομμύρια σιδερένια
μανταλάκια
τίς ενοχές σας αποφάσεις συνεδρίων δανεικά φουστάνια
σημάδια από καύτρες περίεργες ημικρανίες
απειλητικές σιωπές κολπίτιδες
ερωτεύονται δμοφυλόφιλους
τριχομονάδες καθυστέρηση
τό τηλέφωνο τό τηλέφωνο τό τηλέφωνο
σπασμένα γυαλιά τό ασθενοφόρο κανείς.
Κάνουν ό, τι λάχει.
Ολο ταξιδεύουν οι φίλοι μου
γιατί δέν τούς αφήσατε σπιθαμή γιά σπιθαμή.
"Ολοι οι φίλοι μου ζωγραφίζουνε μέ μαύρο χρώμα
γιατί τούς ρημάξατε τό κόκκινο
γράφουνε σέ συνθηματική γλώσσα
γιατί ή δική σας μόνο γιά γλύψιμο κάνει.
Οι φίλοι μου είναι μαύρα πουλιά καί σύρματα
στά χέρια σας. Στό λαιμό σας.Οι φίλοι μου.


Σπονδή


Στo Σημείο
πού όσο πλησιάζω
απομακρύνεται
Στο Σημείο
πού όσο σκοτεινιάζει
αναδύεται
Στο Σημείο
που κρατάω σrή χούφτα μου
κι άμα πάω νά σ' το δείξω
υδρατμόs αγάπης γίνεται
καί εξανεμίζεται
Στο Σημείο που ονομάζω
- Εσύ - Εγώ -
εγγράφω όλους τους φόνους
ποδοπατημένων χορταριών.Ν' ανθίσει.

25 Μαΐου


Ένα πρωί θ' ανοίξω την πόρτα
και θα βγω στους δρόμους
όπως και χτες.
Και δεν θα συλλογιέμαι παρά
ένα κομμάτι από τον πατέρα
κι ένα κομμάτι από τη θάλασσα
-αυτά που μ' άφησαν-
και την πόλη. Την πόλη που τη σάπισαν.
Και τους φίλους μας που χάθηκαν.
Ένα πρωί θα ανοίξω την πόρτα
ίσα ολόισα στη φωτιά
και θα μπω όπως και χτες
φωνάζοντας "φασίστες!!"
στήνοντας οδοφράγματα και πετώντας πέτρες
μ' ένα κόκκινο λάβαρο
ψηλά να γυαλίζει στον ήλιο.
Θ' ανοίξω την πόρτα
και είναι -όχι πως φοβάμαι-
μα να, θέλω να σου πω, πως δεν πρόλαβα
και πως εσύ πρέπει να μάθεις
να μην κατεβαίνεις στο δρόμο
χωρίς όπλα όπως εγώ
- γιατί εγώ δεν πρόλαβα-
γιατί τότε θα χαθείς όπως και εγώ
"έτσι" "αόριστα"
σπασμένη σε κομματάκια
από θάλασσα, χρόνια παιδικά
και κόκκινα λάβαρα.
Ένα πρωί θ' ανοίξω την πόρτα
και θα χαθώ
με τ΄όνειρο της επανάστασης
μες την απέραντη μοναξιά
των δρόμων που θα καίγονται,
μες την απέραντη μοναξιά
των χάρτινων οδοφραγμάτων
με το χαρακτηρισμό -μην τους πιστέψεις!-
Προβοκάτορας.





"Ένα πρωί θ' ανοίξω την πόρτα και θα βγω"... Το είπε και το έκανε. Γιατί πραγματικά η ελευθερία της ήταν στις τρύπιες της σόλες. Και γιατί πραγματικά το μυαλό της έγινε ο στόχος... Και η Κατερίνα προτίμησε να φύγει. Να κάνει τι άλλο πια εδώ; Ό,τι ήταν να κάνει, το έκανε. Σημάδεψε για πάντα το μυαλό μας. Άφησε εκεί ανεξίτηλο το στίγμα της του ανθρώπου που αρνείται να μπει στα καλούπια. Της γυναίκας που επιμένει να είναι πρώτα άνθρωπος και μετά γυναίκα. Του αριστερού που επιμένει να ακολουθά το δικό του παράξενο κόκκινο ακόμα κι αν οι δικοί τον φωνάζουν προβοκάτορα. Τέτοιο άτιμο ήταν το δικό της κόκκινο. Και όταν πια της το ρήμαξαν, έγειρε στην αγκαλιά των φίλων της, στα μαύρα πουλιά. Και με τις μαύρες φτερούγες τους την πήραν για πάντα μακριά μας. Και μείναμε εμείς να κοιτάμε το φευγιό της και να λέμε:



"Αυτός εκεί ο συγκεκριμένος άνθρωπος,

είχε μια συγκεκριμένη ζωή

με συγκεκριμένες πράξεις.

Γι' αυτό και η συγκεκριμένη κοινωνία,

για το συγκεκριμένο σκοπό

τον καταδίκασε σε έναν αόριστο θάνατο!"



Αυτό το αόριστο πήρε την απόφαση εκείνη τη μέρα του Οχτώβρη να κάνει οριστικό και αμετάκλητο. Να δώσει τέλος στης ζωής της το έργο. Αυτοθέλητα και ηρωικά. Περήφανα και ακατάδεχτα. Όχι ακατάδεχτα στους ανθρώπους. Η Κατερίνα αγάπησε τον άνθρωπο όσο λίγοι. Τα κυκλώματα και τα λαμόγια έφτυσε κατάμουτρα... Στα δικά τους κατάστιχα έγραψε με το αίμα της την εντολή:


Όλα τα ποδοπατημένα χορτάρια ν' ανθίσουν!


Έτσι άνοιξε ένα πρωί την πόρτα της... και χάθηκε με το όνειρο της επανάστασης...


Γεια σου Κατερινάκι. Γεια σου Κατερίνα μας!

Αφιέρωμα στην Κατερίνα μας