Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ποιήματα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ποιήματα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Έλα να παίξουμε...


Το Σκάκι

Του Μανόλη Αναγνωστάκη


Έλα να παίξουμε...
Θα σου χαρίσω τη βασίλισσά μου
Ήταν για μένα μια φορά η αγαπημένη
Τώρα δεν έχω πια αγαπημένη

Θα σου χαρίσω τους πύργους μου
Τώρα πια δεν πυροβολώ τους φίλους μου
Έχουν πεθάνει από καιρό
πριν από μένα

Όλα, όλα και τ' άλογά μου θα στα δώσω
Όλα, όλα και τ' άλογά μου θα στα δώσω
Μονάχα ετούτο τον τρελό μου θα κρατήσω
που ξέρει μόνο σ' ένα χρώμα να πηγαίνει

δρασκελώντας την μιαν άκρη ως την άλλη
γελώντας μπρος στις τόσες πανοπλίες σου
μπαίνοντας μέσα στις γραμμές σου ξαφνικά
αναστατώνοντας τις στέρεες παρατάξεις

Έλα να παίξουμε...

Ο βασιλιάς αυτός δεν ήτανε ποτέ δικός μου
Κι ύστερα τόσους στρατιώτες τι τους θέλω!
Τραβάνε μπρος σκυφτοί δίχως καν όνειρα

Όλα, όλα, και τ' άλογά μου θα στα δώσω
Όλα, όλα, και τ' άλογά μου θα στα δώσω
Μονάχα ετούτο τον τρελό μου θα κρατήσω
που ξέρει μόνο σ' ένα χρώμα να πηγαίνει

δρασκελώντας την μιαν άκρη ως την άλλη
γελώντας μπρος στις τόσες πανοπλίες σου
μπαίνοντας μέσα στις γραμμές σου ξαφνικά
αναστατώνοντας τις στέρεες παρατάξεις

Έλα να παίξουμε...
Κι αυτή δεν έχει τέλος η παρτίδα...

____________

Όταν οι ποιητές συναντούν τις μεγάλες μάζες μέσα από την ευτυχή συνύφανση του δικού τους λόγου με άλλων αξιόλογων καλλιτεχνών τον οίστρο όπως εδώ, στο Σκάκι του Μανόλη Αναγνωστάκη που η φωνή του Γεράσιμου Ανδρεάτου στάθηκε ισάξιος συμπαίχτης προσφέροντας σε όλους μας μια συγκλονιστική παρτίδα.



Καλωσόρισες Άνοιξη!


ΨΑΛΜΟΣ ΚΑΙ ΨΗΦΙΔΩΤΟ
ΓΙΑ ΜΙΑΝ ΑΝΟΙΞΗ ΣΤΗΝ ΑΘΗΝΑ


Άνοιξη θρύψαλο μενεξεδί
Άνοιξη χνούδι περιστέρας
Άνοιξη σκόνη μυριόχρωμη

Στ' ανοιχτά χαρτιά και στα βιβλία

Κιόλας φυσούσε χλιαρό αεράκι

Με τσιγγάνες που άρπαζε

Σαν

Χαρταετούς

Ψηλά

Και πουλιά που δοκίμαζαν το νέο τιμόνι τους

Άνοιξη πίκρισμα του σκίνου
Άνοιξη άζωτο της αμασχάλης
Άνοιξη σουσάμι αόρατο

Από σύρμα που άξαφνα έσυρνε φωτιά
Στη γωνιά του δρόμου με τις Καρυάτιδες

Στρίβοντας
Ένα τραμ
Εστρίγκλιζε

Στ' άδεια οικόπεδα η μασιά του ήλιου εσκάλιζε
Την τσουκνίδα και το σαλιγκαρόχορτο

Άνοιξη μυρμηκιά της μέρας
Άνοιξη αίμα του βολβού
Άνοιξη οπλοπολυβόλο απύλωτο

Στων ωραίων γυναικών τα χέρια

Όπου τύχει

Ριπές

Θάνατοι

Εκατομμύρια σπερματοζωάρια

Στων ωραίων γυναικών τα χέρια

Τα δυνατά λουλούδια με τον ήλιο μέσα τους

Άνοιξη τσίτι τσιτωμένο

Άνοιξη σφήκα του χεριού

Άνοιξη «μη» «θα μας δούνε» «τέρας»

Και το τέρας που γύριζε σαν τη λαντέρνα

Μια παράξενη
Άλλη
Γειτονιά

Και η χούφτα η βάναυση που ακαρτερούσε:
Χάιντε η ριξιά να βρει το ζάρι της
Κι η τζαμαρία το θαρραλέο λιθάρι της!

Άνοιξη κρύσταλλο και νίκελ
Άνοιξη παραπάτημα των κήπων
Άνοιξη «Μήνιν άειδε...»

Θεά! Και τι σγουρά τα σκοτεινά τα μέρη!

Και τα χείλη τι ζάχαρη βιολέτας!

Και τι κηπάκι

Τα λυτά

Νωπά

Μαλλιά

Στην απαλή κοιλιά η ανάσα τι ταξίδι!

Άνοιξη μισοζαλισμένο ερείπιο
Άνοιξη κεφαλή Διός και πέλαγος
Άνοιξη Mercury Air Sedan

Οι καμπάνες ανοίγανε μακριά

Στο κενό του γλαυκού κάτω απ' τα βλέφαρα

Μια ρουφήχτρα
Που κατάπινε
Άσπρα
Πούπουλα

Οι ορμόνες της μουριάς κυρίευαν τα ύψη

Άνοιξη μούρο αδάγκωτο

Άνοιξη βιδωτό φιλί

Άνοιξη χάσμα της λιποθυμίας

Το ντουβάρι ορέγονταν κι αλλά καρφιά

Στην ώχρα μέσα η μνήμη του Νοσοκομείου ξυπνούσε

Το τραγούδι που άστραφτε από τις χρυσόμυγες

Κι έφερνε

Γύρους

Χαμηλά

Στην αυλή με το κόκκινο κι άσπρο πλακάκι

Άνοιξη βούισμα στους κροτάφους
Άνοιξη αμόνι και σφυρί
Άνοιξη πρόσθια καταβύθιση

Κάποιος απ' τ' ανοιχτό παράθυρο έριχνε

Λόγια που σπούσαν σαν αμύγδαλα

Κάκτος

Κάστωρ

Κόνδωρ

Ιέραξ

Ενώ στ' αντικρινό το Παρθεναγωγείο

Άνοιξη 37 και 2

Άνοιξη Lone Amour και Liebe

Άνοιξη no nein και no

Τα κορίτσια δάγκωναν στη γομολάστιχα

Και τινάζανε πίσω το κεφάλι
Σαν

Να τραβούσαν
Έξω

Του σφαγμένου πετεινού τα σπλάχνα
Τα κομμάτια τα σπλάχνα μες στα δόντια τους

Άνοιξη δόντι λυσσαλέο
Άνοιξη φούξια του παροξυσμού
Άνοιξη αρτεσιανόν ηφαίστειο

Κι άλλα κρυμμένα πίσω απ' το φεγγίτη
Που πάλευαν τις ρόδινες κορδέλες
Μια στιγμού-
Λα μόνο
Τα γυμνά στήθη

Τα τρεμάμενα σπάρτα μες στους κάμπους
Όπου ευφραίνονται οι ακρίδες

Άνοιξη σάλτο της ακρίδας
Άνοιξη μήτρα σκοτεινή
Άνοιξη πράξη ακατονόμαστη

Στ' ανοιχτά χαρτιά και στα βιβλία

Μια κηλίδα

Μωβ

Πήγαιν'

Ερχότανε

Τα χυμένα νερά τα γυμνωμένα μέλη

Λάμπανε πίσω απ' το παντζούρι

Άνοιξη άνοιξη σαλπάροντας
Άνοιξη άνοιξη σημαιοστόλιστη
Άνοιξη «αντίο αντίο παιδιά!»


Οδυσσέα Ελύτη, "Τα ετεροθαλή", 1939

Γιάννη Ρίτσου: Εξαίσιες Φωταψίες της Άλλης Όχθης...

H Σονάτα Του Σεληνόφωτος



(Ανοιξιάτικο βράδυ. Μεγάλο δωμάτιο παλιού σπιτιού. Μια ηλικιωμένη γυναίκα, ντυμένη στα μαύρα, μιλάει σ' έναν νέο. Δεν έχουν ανάψει φως. Απ' τα δύο παράθυρα μπαίνει ένα αμείλικτο φεγγαρόφωτο. Ξέχασα να πω ότι η Γυναίκα με τα Μαύρα έχει εκδώσει δύο-τρεις ενδιαφέρουσες ποιητικές συλλογές θρησκευτικής πνοής. Λοιπόν, η Γυναίκα με τα Μαύρα μιλά στον Νέο):


'Αφησέ με να έρθω μαζί σου. Τι φεγγάρι απόψε!

Είναι καλό το φεγγάρι, - δε θα φαίνεται

που άσπρισαν τα μαλλιά μου. Το φεγγάρι

θα κάνει πάλι χρυσά τα μαλλιά μου. Δε θα καταλάβεις.

'Αφησέ με να έρθω μαζί σου.

Όταν έχει φεγγάρι μεγαλώνουν οι σκιές μες στο σπίτι,

αόρατα χέρια τραβούν τις κουρτίνες,

ένα δάχτυλο αχνό γράφει στη σκόνη του πιάνου

λησμονημένα λόγια δε θέλω να τ ακούσω. Σώπα.

'Αφησε με να έρθω μαζί σου

λίγο πιο κάτου, ως την μάντρα του τουβλάδικου,

ως εκεί που στρίβει ο δρόμος και φαίνεται

η πολιτεία τσιμεντένια κι αέρινη, ασβεστωμένη με φεγγαρόφωτο,

τόσο αδιάφορη κι άυλη

τόσο θετική σαν μεταφυσική

που μπορείς επιτέλους να πιστέψεις

πως υπάρχεις και δεν υπάρχεις

πως ποτέ δεν υπήρξες, δεν υπήρξε ο χρόνος κι η φθορά του.

'Αφησε με να έρθω μαζί σου.....

Θα καθίσουμε λίγο στο πεζούλι, πάνω στο ύψωμα,

κι όπως θα μας φυσάει ο ανοιξιάτικος αέρας

μπορεί να φανταστούμε κιόλας πως θα πετάξουμε,

γιατί, πολλές φορές, και τώρα ακόμη,

ακούω τον θόρυβο του φουστανιού μου

σαν τον θόρυβο δύο δυνατών φτερών που ανοιγοκλείνουν,

κι όταν κλείνεσαι μέσα σ αυτόν τον ήχο του πετάγματος

νιώθεις κρουστό το λαιμό σου, τα πλευρά σου, τη σάρκα σου,

κι έτσι σφιγμένος μες στους μυώνες του γαλάζιου αγέρα,

μέσα στα ρωμαλέα νεύρα του ύψους,

δεν έχει σημασία αν φεύγεις ή αν γυρίζεις

κι ούτε έχει σημασία που άσπρισαν τα μαλλιά μου,

(δεν είναι τούτο η λύπη μου η λύπη μου

είναι που δεν ασπρίζει κι η καρδιά μου).

'Αφησε με να έρθω μαζί σου

Το ξέρω πως καθένας μοναχός πορεύεται στον έρωτα,

μοναχός στη δόξα και στο θάνατο.

Το ξέρω. Το δοκίμασα. Δεν ωφελεί.

'Αφησε με να έρθω μαζί σου...

Τούτο το σπίτι στοίχειωσε, με διώχνει θέλω να πω έχει παλιώσει

πολύ, τα καρφιά ξεκολλάνε,

τα κάδρα ρίχνονται σα να βουτάνε στο κενό,

οι σουβάδες πέφτουν αθόρυβα

όπως πέφτει το καπέλο του πεθαμένου

απ' την κρεμάστρα στο σκοτεινό διάδρομο

όπως πέφτει το μάλλινο τριμμένο γάντι της σιωπής

απ' τα γόνατά της

ή όπως πέφτει μιά λουρίδα φεγγάρι στην παλιά,

ξεκοιλιασμένη πολυθρόνα.

Κάποτε υπήρξε νέα κι αυτή, -όχι η φωτογραφία που κοιτάς

με τόση δυσπιστία

λέω για την πολυθρόνα, πολύ αναπαυτική,

μπορούσες ώρες ολόκληρες να κάθεσαι

και με κλεισμένα μάτια να ονειρεύεσαι ό,τι τύχει

-μιάν αμμουδιά στρωτή, νοτισμένη, στιλβωμένη από φεγγάρι,

πιο στιλβωμένη απ' τα παλιά λουστρίνια μου που κάθε μήνα τα δίνω

στο στιλβωτήριο της γωνίας,

ή ένα πανί ψαρόβαρκας που χάνεται στο βάθος

λικνισμένο απ' την ίδια του ανάσα,

τριγωνικό πανί σα μαντίλι διπλωμένο λοξά μόνο στα δύο

σα να μην είχε τίποτα να κλείσει ή να κρατήσει

ή ν' ανεμίσει διάπλατο σε αποχαιρετισμό.

Πάντα μου είχα μανία με τα μαντίλια,

όχι για να κρατήσω τίποτα δεμένο,

τίποτα σπόρους λουλουδιών ή χαμομήλι μαζεμένο

στους αγρούς με το λιόγερμα

ή να το δέσω τέσσερις κόμπους σαν το αντικρινό γιαπί

ή να σκουπίζω τα μάτια μου, - διατήρησα καλή την όρασή μου,

ποτέ μου δεν φόρεσα γυαλιά. Μιά απλή ιδιοτροπία τα μαντίλια....

Τώρα τα διπλώνω στα τέσσερα, στα οχτώ, στα δεκάξι

ν' απασχολώ τα δάχτυλά μου. Και τώρα θυμήθηκα

πως έτσι μετρούσα τη μουσική σαν πήγαινα στο Ωδείο

με μπλε ποδιά κι άσπρο γιακά, με δύο ξανθές πλεξούδες

- 8, 16, 32, 64, -

κρατημένη απ' το χέρι μιας μικρής φίλης μου ροδακινιάς

όλο φως και ροζ λουλούδια,

(συγχώρεσέ μου αυτά τα λόγια κακή συνήθεια) 32, 64, -

κι οι δικοί μου στήριζαν μεγάλες ελπίδες στο μουσικό μου τάλαντο.

Λοιπόν, σου λεγα για την πολυθρόνα

ξεκοιλιασμένη φαίνονται οι σκουριασμένες σούστες, τα άχερα

έλεγα να την πάω δίπλα στο επιπλοποιείο,

μα που καιρός και λεφτά και διάθεση τι να πρωτοδιορθώσεις; -

έλεγα να ρίξω ένα σεντόνι πάνω της, - φοβήθηκα

τ' άσπρο σεντόνι σε τέτοιο φεγγαρόφωτο. Εδώ κάθισαν

άνθρωποι που ονειρεύτηκαν μεγάλα όνειρα,

όπως κι εσύ κι όπως κι εγώ άλλωστε,

και τώρα ξεκουράζονται κάτω απ' το χώμα

δίχως να ενοχλούνται απ' τη βροχή ή το φεγγάρι.

'Αφησε με να έρθω μαζί σου...

Θα σταθούμε λιγάκι στην κορφή της μαρμάρινης σκάλας του 'Αϊ- Νικόλα,

ύστερα εσύ θα κατηφορίσεις κι εγώ θα γυρίσω πίσω

έχοντας στ' αριστερό πλευρό μου τη ζέστα

απ' το τυχαίο άγγιγμα του σακακιού σου

κι ακόμη μερικά τετράγωνα φώτα από μικρά συνοικιακά παράθυρα

κι αυτή την πάλλευκη άχνα απ' το φεγγάρι

που 'ναι σα μια μεγάλη συνοδεία ασημένιων κύκνων

και δε φοβάμαι αυτή την έκφραση, γιατί εγώ

πολλές ανοιξιάτικες νύχτες συνομίλησα

άλλοτε με το Θεό που μου εμφανίστηκε

ντυμένος την αχλύ και την δόξα ενός τέτοιου σεληνόφωτος,

και πολλούς νέους, πιο ωραίους κι από σένα ακόμη, του εθυσίασα,

έτσι λευκή κι απρόσιτη ν' ατμίζομαι μες στη λευκή μου φλόγα,

στη λευκότητα του σεληνόφωτος,

πυρπολημένη απ' τ' αδηφάγα μάτια των αντρών

κι απ' τη δισταχτικήν έκσταση των εφήβων,

πολιορκημένη από εξαίσια, ηλιοκαμένα σώματα,

άλκιμα μέλη γυμνασμένα στο κολύμπι, στο κουπί, στο στίβο,

στο ποδόσφαιρο (που έκανα πως δεν τα 'βλεπα)

- ξέρεις, καμιά φορά, θαυμάζοντας, ξεχνάς, ό,τι θαυμάζεις,

σου φτάνει ο θαυμασμός σου, -

θε μου, τι μάτια πάναστρα, κι ανυψωνόμουν

σε μιαν αποθέωση αρνημένων άστρων

γιατί, έτσι πολιορκημένη απ' έξω κι από μέσα,

άλλος δρόμος δε μου 'μενε παρά μονάχα

προς τα πάνω ή προς τα κάτω.

- Όχι, δε φτάνει.

'Αφησε με να έρθω μαζί σου ...

Το ξέρω η ώρα είναι πια περασμένη. 'Αφησέ με,

γιατί τόσα χρόνια, μέρες και νύχτες και πορφυρά μεσημέρια,

έμεινα μόνη, ανένδοτη, μόνη και πάναγνη,

ακόμη στη συζυγική μου κλίνη πάναγνη και μόνη,

γράφοντας ένδοξους στίχους στα γόνατα του Θεού,

στίχους που, σε διαβεβαιώ, θα μένουνε

σα λαξευμένοι σε άμεμπτο μάρμαρο

πέρα απ' τη ζωή μου και τη ζωή σου,

πέρα πολύ. Δε φτάνει.

'Αφησε με να έρθω μαζί σου.

Τούτο το σπίτι δε με σηκώνει πια.

Δεν αντέχω να το σηκώνω στη ράχη μου.

Πρέπει πάντα να προσέχεις, να προσέχεις,

να στεριώνεις τον τοίχο με το μεγάλο μπουφέ

να στεριώνεις τον μπουφέ με το πανάρχαιο σκαλιστό τραπέζι

να στεριώνεις το τραπέζι με τις καρέκλες

να στεριώνεις τις καρέκλες με τα χέρια σου

να βάζεις τον ώμο σου κάτω απ' το δοκάρι που κρέμασε.

Και το πιάνο, σα μαύρο φέρετρο κλεισμένο. Δε τολμάς να τ' ανοίξεις.

Όλο να προσέχεις, να προσέχεις, μην πέσουν, μην πέσεις. Δεν

αντέχω.

'Αφησε με να έρθω μαζί σου...

Τούτο το σπίτι, παρ' όλους τους νεκρούς του,

δεν εννοεί να πεθάνει.

Επιμένει να ζει με τους νεκρούς του

να ζει απ' τους νεκρούς του

να ζει απ' τη βεβαιότητα του θανάτου του


και να νοικοκυρεύει ακόμη τους νεκρούς του

σ' ετοιμόρροπα κρεββάτια και ράφια.

'Αφησε με να έρθω μαζί σου.

Εδώ, όσο σιγά κι αν περπατήσω μες στην άχνα της βραδιάς,

είτε με τις παντούφλες, είτε ξυπόλυτη,

κάτι θα τρίξει, -ένα τζάμι ραγίζει ή κάποιος καθρέφτης,

κάποια βήματα ακούγονται, - δεν είναι δικά μου.

Έξω, στο δρόμο μπορεί να μην ακούγονται τούτα τα βήματα, -

η μεταμέλεια, λένε, φοράει ξυλοπάπουτσα, -

κι αν κάνεις να κοιτάξεις σ' αυτόν ή τον άλλον καθρέφτη,

πίσω απ' την σκόνη και τις ραγισματιές,

διακρίνεις πιο θαμπό και πιο τεμαχισμένο το πρόσωπό σου,

το πρόσωπο σου που άλλο δε ζήτησες στη ζωή παρά να το κρατήσεις

καθάριο κι αδιαίρετο.

Τα χείλη του ποτηριού γυαλίζουν στο φεγγαρόφωτο

σαν κυκλικό ξυράφι πώς να το φέρω στα χείλη μου;

όσο κι αν διψώ, - πως να το φέρω; - Βλέπεις;

έχω ακόμη διάθεση για παρομοιώσεις, - αυτό μου απόμεινε,

αυτό με βεβαιώνει ακόμη πως δεν λείπω.

'Αφησε με να έρθω μαζί σου...

Φορές-φορές, την ώρα που βραδιάζει, έχω την αίσθηση

πως έξω απ' τα παράθυρα περνάει ο αρκουδιάρης

με τη γριά βαρειά του αρκούδα

με το μαλλί της όλο αγκάθια και τριβόλια

σηκώνοντας σκόνη στο συνοικιακό δρόμο

ένα ερημικό σύννεφο σκόνη που θυμιάζει το σούρουπο

και τα παιδιά έχουν γυρίσει σπίτια τους για το δείπνο

και δεν τ' αφήνουν πια να βγουν έξω

μ' όλο που πίσω απ' τους τοίχους μαντεύουν

το περπάτημα της γριάς αρκούδας

κι η αρκούδα κουρασμένη πορεύεται μες στη σοφία της μοναξιάς της,

μη ξέροντας για πού και γιατί

έχει βαρύνει, δεν μπορεί πια

να χορεύει στα πισινά της πόδια

δεν μπορεί να φοράει τη δαντελένια σκουφίτσα της

να διασκεδάζει τα παιδιά, τους αργόσχολους, τους απαιτητικούς,

και το μόνο που θέλει είναι να πλαγιάσει στο χώμα

αφήνοντας να την πατάνε στην κοιλιά,

παίζοντας έτσι το τελευταίο παιχνίδι της,

δείχνοντας την τρομερή της δύναμη για παραίτηση,

την ανυπακοή της στα συμφέροντα των άλλων,


στους κρίκους των χειλιών της, στην ανάγκη των δοντιών της,

την ανυπακοή της στον πόνο και στη ζωή

με τη σίγουρη συμμαχία του θανάτου έστω κι ενός αργού θανάτου

την τελική της ανυπακοή στο θάνατο

με τη συνέχεια και τη γνώση της ζωής

που ανηφοράει με γνώση και με πράξη πάνω απ τη σκλαβιά της.


Μα ποιος μπορεί να παίξει ως το τέλος αυτό το παιχνίδι;

Κι η αρκούδα σηκώνεται πάλι και πορεύεται

υπακούοντας στο λουρί της, στους κρίκους της, στα δόντια της,

χαμογελώντας με τα σκισμένα χείλη της

στις πενταροδεκάρες που της ρίχνουνε

τα ωραία κι ανυποψίαστα παιδιά

(ωραία ακριβώς γιατί είναι ανυποψίαστα)

και λέγοντας ευχαριστώ. Γιατί οι αρκούδες που γεράσανε

το μόνο που έμαθαν να λένε είναι: ευχαριστώ, ευχαριστώ.

'Αφησέ με να έρθω μαζί σου...

Τούτο το σπίτι με πνίγει. Μάλιστα η κουζίνα

είναι σαν το βυθό της θάλασσας.

Τα μπρίκια κρεμασμένα γυαλίζουν σα στρογγυλά,

μεγάλα μάτια απίθανων ψαριών,

τα πιάτα σαλεύουν αργά σαν τις μέδουσες,

φύκια κι όστρακα πιάνονται στα μαλλιά μου

δεν μπορώ να τα ξεκολλήσω ύστερα,

δεν μπορώ ν' ανέβω πάλι στην επιφάνεια

ο δίσκος μου πέφτει απ' τα χέρια άηχος, -σωριάζομαι

και βλέπω τις φυσαλίδες απ' την ανάσα μου ν' ανεβαίνουν,

ν' ανεβαίνουν

και προσπαθώ να διασκεδάσω κοιτάζοντές τες

κι αναρωτιέμαι τι θα λέει αν κάποιος βρίσκεται

από πάνω και βλέπει αυτές τις φυσαλίδες,

τάχα πως πνίγεται κάποιος ή πως ένας δύτης ανιχνεύει τους βυθούς;

Κι αλήθεια δεν είναι λίγες οι φορές που ανακαλύπτω εκεί,

στο βάθος του πνιγμού, κοράλλια και μαργαριτάρια

και θησαυρούς ναυαγισμένων πλοίων,

απρόοπτες συναντήσεις, και χτεσινά και σημερινά μελλούμενα,

μιαν επαλήθευση σχεδόν αιωνιότητας,

κάποιο ξανάσαμα, κάποιο χαμόγελο αθανασίας, όπως λένε,

μιαν ευτυχία, μια μέθη, κι ενθουσιασμόν ακόμη,

κοράλλια και μαργαριτάρια και ζαφείρια,

μονάχα που δεν ξέρω να τα δώσω όχι τα δίνω,

μονάχα που δεν ξέρω αν μπορούν να τα πάρουν

πάντως εγώ τα δίνω.

'Αφησέ με να έρθω μαζί σου...

Μια στιγμή, να πάρω τη ζακέτα μου.

Τούτο τον άστατο καιρό, όσο να 'ναι, πρέπει να φυλαγόμαστε.

Έχει υγρασία τα βράδια, και το φεγγάρι

δε σου φαίνεται, αλήθεια, πως επιτείνει την ψύχρα;

'Ασε να σου κουμπώσω το πουκάμισο τι δυνατό το στήθος σου,

- τι δυνατό φεγγάρι,- η πολυθρόνα, λέω κι όταν σηκώνω

το φλιτζάνι απ' το τραπέζι

μένει από κάτω μιά τρύπα σιωπή, βάζω αμέσως την παλάμη μου επάνω

να μη κοιτάξω μέσα, - αφήνω πάλι το φλιτζάνι στη θέση του,

και το φεγγάρι μια τρύπα στο κρανίο του κόσμου

μην κοιτάξεις μέσα,

έχει μια δύναμη μαγνητική που σε τραβάει μην κοιτάξεις,

μη κοιτάχτε,

ακούστε με που σας μιλάω θα πέσετε μέσα.

Τούτος ο ίλιγγος ωραίος, ανάλαφρος θα πέσεις, -

ένα μαρμάρινο πηγάδι το φεγγάρι,

ίσκιοι σαλεύουν και βουβά φτερά, μυστηριακές φωνές δεν τις ακούτε;

Βαθύ-βαθύ το πέσιμο,

βαθύ-βαθύ το ανέβασμα,

το αέρινο άγαλμα κρουστό μες στ' ανοιχτά φτερά του,

βαθειά-βαθειά η αμείλικτη ευεργεσία της σιωπής, -

τρέμουσες φωταψίες της άλλης όχθης,

όπως ταλαντεύεσαι μες στο ίδιο σου το κύμα,

ανάσα ωκεανού. Ωραίος, ανάλαφρος

ο ίλιγγος τούτος, - πρόσεξε, θα πέσεις.

Μην κοιτάς εμένα,

εμένα η θέση μου είναι το ταλάντευμα ο εξαίσιος ίλιγγος.


Έτσι κάθε απόβραδο έχω λιγάκι πονοκέφαλο, κάτι ζαλάδες...

Συχνά πετάγομαι στο φαρμακείο απέναντι

για καμμιάν ασπιρίνη,

άλλοτε πάλι βαριέμαι και μένω με τον πονοκέφαλό μου

ν' ακούω μες στους τοίχους τον κούφιο θόρυβο που κάνουν

οι σωλήνες του νερού,

ή ψήνω έναν καφέ, και, πάντα αφηρημένη,

ξεχνιέμαι κ ετοιμάζω δυο ποιος να τον πιει τον άλλον; -

αστείο αλήθεια, τον αφήνω στο περβάζι να κρυώνει

ή κάποτε πίνω και τον δεύτερο, κοιτάζοντας απ' το παράθυρο

τον πράσινο γλόμπο του φαρμακείου

σαν το πράσινο φως ενός αθόρυβου τραίνου

που έρχεται να με πάρει

με τα μαντίλια μου, τα στραβοπατημένα μου παπούτσια,

τη μαύρη τσάντα μου, τα ποιήματα μου,

χωρίς καθόλου βαλίτσες τι να τις κάνεις;

'Αφησέ με να έρθω μαζί σου...

Α, φεύγεις; Καληνύχτα. Όχι, δε θα έρθω. Καληνύχτα.

Εγώ θα βγω σε λίγο. Ευχαριστώ. Γιατί, επιτέλους, πρέπει

να βγω απ' αυτό το τσακισμένο σπίτι.

Πρέπει να δω λιγάκι πολιτεία, -όχι, όχι το φεγγάρι

την πολιτεία με τα ροζιασμένα χέρια της,

την πολιτεία του μεροκάματου,

την πολιτεία που ορκίζεται στο ψωμί και στη γροθιά της

την πολιτεία που μας αντέχει στη ράχη της

με τις μικρότητες μας, τις κακίες, τις έχτρες μας,

με τις φιλοδοξίες, την άγνοιά μας και τα γερατειά μας, -

ν' ακούσω τα μεγάλα βήματά της πολιτείας,

να μην ακούω πια τα βήματα σου

μήτε τα βήματα του Θεού, μήτε και τα δικά μου βήματα.

Καληνύχτα...


(Το δωμάτιο σκοτεινιάζει. Φαίνεται πως κάποιο σύννεφο θα έκρυψε το φεγγάρι. Μονομιάς, σαν κάποιο χέρι να δυνάμωσε το ραδιόφωνο του γειτονικού μπαρ, ακούστηκε μια πολύ γνωστή μουσική φράση. Και τότε κατάλαβα πως όλη τούτη τη σκηνή τη συνόδευε χαμηλόφωνα η "Σονάτα του Σεληνόφωτος", μόνο το πρώτο μέρος. Ο νέος θα κατηφορίζει τώρα μ' ένα ειρωνικό κι ίσως συμπονετικό χαμόγελο στα καλογραμμένα χείλη του και μ' ένα συναίσθημα απαιλευθέρωσης. Όταν θα φτάσει ακριβώς στον 'Αη-Νικόλα, πριν κατέβει τη μαρμάρινη σκάλα, θα γελάσει, -ένα γέλιο δυνατό, ασυγκράτητο. Το γέλιο του δε θ' ακουστεί καθόλου ανάρμοστα κάτω

απ' το φεγγάρι. Ίσως το μόνο ανάρμοστο να είναι το ότι δεν είναι καθόλου ανάρμοστο. Σε λίγο ο Νέος θα σωπάσει, θα σοβαρευτεί και θα πει: "Η παρακμή μιάς εποχής". Έτσι, ολότελα ήσυχος πια, θα ξεκουμπώσει πάλι το πουκάμισό του και θα τραβήξει το δρόμο του.

Όσο για τη γυναίκα με τα μαύρα, δεν ξέρω αν βγήκε τελικά απ' το σπίτι. Το φεγγαρόφωτο λάμπει ξανά. Και στις γωνίες του δωματίου οι σκιές σφίγγονται από μιαν αβάσταχτη μετάνοια, σχεδόν οργή, όχι τόσο για τη ζωή, όσο για την άχρηστη εξομολόγηση. Ακούτε; Το ραδιόφωνο συνεχίζει.)

Κατερίνα Γώγου: Χειρόγραφο

Κατερίνα Γώγου. Σαν σήμερα...




Για Κατερίνα μιλούσα και χτες, για Κατερίνα θα σας μιλήσω και σήμερα. Μια άλλη Κατερίνα, τη λατρεμένη μας (θέλω να πιστεύω πως δεν νιώθω μόνο εγώ τέτοια αγάπη για εκείνη) την Κατερίνα τη Γώγου.

Τυχαία έπεσα στην είδηση, στο καθιερωμένο σερφάρισμα στη blogosfaira: "Σαν σήμερα πέθανε η Κατερίνα Γώγου". Τι πέθανε; Αυτοκτόνησε, είναι το σωστό. Αυτοθέλητα έβαλε τέλος στη ζωή της. 1993. 3 του Οκτώβρη. Με χάπια... Και ήταν μόλις στα 53. Δεν είναι που δεν άντεξε τη ζωή. Είναι που η μοίρα των ποιητών τους θέλει να πεθαίνουν νέοι. Γιατί ο ποιητής έτσι είναι φτιαγμένος. Διαφορετικός από τους κοινούς θνητούς:
"Ο ποιητής δεν προετοιμάζει το θάνατό του με την σπατάλη της ζωής του, όπως συμβαίνει με τους πολλούς, αλλά πραγματοποιεί τη ζωή του με την σπατάλη του θανάτου του. Σαν τον μυθικό Ερυσίχθονα, τρέφεται με τις σάρκες του κι όταν σπαράξει και το τελευταίο κομμάτι τους, πεθαίνει. Ακριβώς την ώρα που ο θάνατος δεν βρίσκει τίποτα να του πάρει" (Δημήτρης Λιαντίνης)

Έτσι έγινε και με την Κατερίνα. Την Κατερίνα μας.


Την Κατερίνα που ήξερε καλά πως ποτέ δε σημαδεύουνε στο πόδια:

"Στο μυαλό είναι ο Στόχος. το νου σου ε;"

Και τέτοιος στόχος στάθηκε ολοζωής κι εκείνη. Τη γνώρισα στο κρίσιμο μεταίχμιο της εφηβείας και με σημάδεψε με το λόγο της για πάντα. Μερικά από τα πια αγαπημένα της εδώ θα αφήσω, μνημόσυνο στην "ψυχούλα" της την τόσο πονεμένη:


Άτιτλο

Η ελευθερία μου είναι στις σόλες
των αλήτικων παπουτσιών μου.
Φέρνω τον κόσμο άνω κάτω.
Μπορώ να σεργιανίσω ότι ώρα μου γουστάρει.
Π.χ. την ώρα που βάζετε τις μασέλες σας
Στο ποτηράκι με το νερό πριν κοιμηθείτε
την ώρα που απαυτωνόσαστε
την ώρα που κάνετε το χρέος σας
στα παιδιά σας, στο σωματείο σας
την ώρα που σας έχουν χώσει την ιδέα
πως τρώτε αυγολέμονο
και τρώτε σκατά
μπορώ και περπατάω,
με τα αλήτικα παπούτσια μου
πάνω από τις στέγες σας
-όχι ρε παιδάκι μου σαν εκείνη
την ηλίθια με τη σκούπα, τη Μαίρη Πόπινς-
δεν πιάνετε το κανάλι μου
μόνο όσοι έχουμε το ίδιο μήκος κύματος
ανθρωπάκια χέστες, κατά βάθος σας λυπάμαι
αλλά τώρα δε χάνω το χρόνο μου μαζί σας
δεν θέλω παρτίδες με κανέναν σας
η ελευθερία σας
είναι στις σόλες των τρύπιων παπουτσιών μου

θάρθει η ώρα που θα τις γλύφετε
και θα ουρλιάζετε κλαίγοντας "θαύμα, θαύμα"
αυτά τα παπούτσια
ποτέ δεν ξεκουράζονται και ούτε βιάζονται
όταν εγώ καθαρίσω από εδώ
θα τα φορέσει ο Παύλος, η Μυρτώ, φοράμε το ίδιο νούμερο, δεν λειώνουν,
όσες πρόκες και αν ρίχνετε στο δρόμο.
Σας βαράνε στο δόξα πατρί σας
θα έρθει η ώρα
που θα τρέχετε απεγνωσμένα στο στιλβωτήριο
"συνοδοιπόροι" και "αποστάτες"
να βάψετε τα δικά σας
μα η μπογιά
δεν θα πιάνει
ότι και αν κάνετε, όσα και αν δίνετε
τέτοιο άτιμο κόκκινο είναι το δικό μας.



Εμένα οι φίλοι μου είναι μαύρα πουλιά


Εμένα οι φίλοι μου είναι μαύρα πουλιά
πού κάνουν τραμπάλα στίς ταράτσες ετοιμόρροπων σπιτιών
Εξάρχεια Πατήσια Μεταξουργείο Μέτς.
Κάνουν ό τι λάχει.
Πλασιέ τσελεμεντέδων καί εγκυκλοπαιδειών
φτιάχνουν δρόμους καί ενώνουν ερήμους
διερμηνείς σέ καμπαρέ τής Ζήνωνος
επαγγελματίες επαναστάτες
παλιά τούς στρίμωξαν καί τά κατέβασαν
τώρα παίρνουν χάπια καί οινόπνευμα νά κοιμηθούν
αλλά βλέπουν όνειρα καί δέν κοιμούνται.
'Εμένα οι φίλες μου είναι σύρματα τεντωμένα
στίς ταράτσες παλιών σπιτιών
Εξάρχεια Βικτώρια Κουκάκι Γκύζη.
πάνω τους έχετε καρφώσει εκατομμύρια σιδερένια
μανταλάκια
τίς ενοχές σας αποφάσεις συνεδρίων δανεικά φουστάνια
σημάδια από καύτρες περίεργες ημικρανίες
απειλητικές σιωπές κολπίτιδες
ερωτεύονται δμοφυλόφιλους
τριχομονάδες καθυστέρηση
τό τηλέφωνο τό τηλέφωνο τό τηλέφωνο
σπασμένα γυαλιά τό ασθενοφόρο κανείς.
Κάνουν ό, τι λάχει.
Ολο ταξιδεύουν οι φίλοι μου
γιατί δέν τούς αφήσατε σπιθαμή γιά σπιθαμή.
"Ολοι οι φίλοι μου ζωγραφίζουνε μέ μαύρο χρώμα
γιατί τούς ρημάξατε τό κόκκινο
γράφουνε σέ συνθηματική γλώσσα
γιατί ή δική σας μόνο γιά γλύψιμο κάνει.
Οι φίλοι μου είναι μαύρα πουλιά καί σύρματα
στά χέρια σας. Στό λαιμό σας.Οι φίλοι μου.


Σπονδή


Στo Σημείο
πού όσο πλησιάζω
απομακρύνεται
Στο Σημείο
πού όσο σκοτεινιάζει
αναδύεται
Στο Σημείο
που κρατάω σrή χούφτα μου
κι άμα πάω νά σ' το δείξω
υδρατμόs αγάπης γίνεται
καί εξανεμίζεται
Στο Σημείο που ονομάζω
- Εσύ - Εγώ -
εγγράφω όλους τους φόνους
ποδοπατημένων χορταριών.Ν' ανθίσει.

25 Μαΐου


Ένα πρωί θ' ανοίξω την πόρτα
και θα βγω στους δρόμους
όπως και χτες.
Και δεν θα συλλογιέμαι παρά
ένα κομμάτι από τον πατέρα
κι ένα κομμάτι από τη θάλασσα
-αυτά που μ' άφησαν-
και την πόλη. Την πόλη που τη σάπισαν.
Και τους φίλους μας που χάθηκαν.
Ένα πρωί θα ανοίξω την πόρτα
ίσα ολόισα στη φωτιά
και θα μπω όπως και χτες
φωνάζοντας "φασίστες!!"
στήνοντας οδοφράγματα και πετώντας πέτρες
μ' ένα κόκκινο λάβαρο
ψηλά να γυαλίζει στον ήλιο.
Θ' ανοίξω την πόρτα
και είναι -όχι πως φοβάμαι-
μα να, θέλω να σου πω, πως δεν πρόλαβα
και πως εσύ πρέπει να μάθεις
να μην κατεβαίνεις στο δρόμο
χωρίς όπλα όπως εγώ
- γιατί εγώ δεν πρόλαβα-
γιατί τότε θα χαθείς όπως και εγώ
"έτσι" "αόριστα"
σπασμένη σε κομματάκια
από θάλασσα, χρόνια παιδικά
και κόκκινα λάβαρα.
Ένα πρωί θ' ανοίξω την πόρτα
και θα χαθώ
με τ΄όνειρο της επανάστασης
μες την απέραντη μοναξιά
των δρόμων που θα καίγονται,
μες την απέραντη μοναξιά
των χάρτινων οδοφραγμάτων
με το χαρακτηρισμό -μην τους πιστέψεις!-
Προβοκάτορας.





"Ένα πρωί θ' ανοίξω την πόρτα και θα βγω"... Το είπε και το έκανε. Γιατί πραγματικά η ελευθερία της ήταν στις τρύπιες της σόλες. Και γιατί πραγματικά το μυαλό της έγινε ο στόχος... Και η Κατερίνα προτίμησε να φύγει. Να κάνει τι άλλο πια εδώ; Ό,τι ήταν να κάνει, το έκανε. Σημάδεψε για πάντα το μυαλό μας. Άφησε εκεί ανεξίτηλο το στίγμα της του ανθρώπου που αρνείται να μπει στα καλούπια. Της γυναίκας που επιμένει να είναι πρώτα άνθρωπος και μετά γυναίκα. Του αριστερού που επιμένει να ακολουθά το δικό του παράξενο κόκκινο ακόμα κι αν οι δικοί τον φωνάζουν προβοκάτορα. Τέτοιο άτιμο ήταν το δικό της κόκκινο. Και όταν πια της το ρήμαξαν, έγειρε στην αγκαλιά των φίλων της, στα μαύρα πουλιά. Και με τις μαύρες φτερούγες τους την πήραν για πάντα μακριά μας. Και μείναμε εμείς να κοιτάμε το φευγιό της και να λέμε:



"Αυτός εκεί ο συγκεκριμένος άνθρωπος,

είχε μια συγκεκριμένη ζωή

με συγκεκριμένες πράξεις.

Γι' αυτό και η συγκεκριμένη κοινωνία,

για το συγκεκριμένο σκοπό

τον καταδίκασε σε έναν αόριστο θάνατο!"



Αυτό το αόριστο πήρε την απόφαση εκείνη τη μέρα του Οχτώβρη να κάνει οριστικό και αμετάκλητο. Να δώσει τέλος στης ζωής της το έργο. Αυτοθέλητα και ηρωικά. Περήφανα και ακατάδεχτα. Όχι ακατάδεχτα στους ανθρώπους. Η Κατερίνα αγάπησε τον άνθρωπο όσο λίγοι. Τα κυκλώματα και τα λαμόγια έφτυσε κατάμουτρα... Στα δικά τους κατάστιχα έγραψε με το αίμα της την εντολή:


Όλα τα ποδοπατημένα χορτάρια ν' ανθίσουν!


Έτσι άνοιξε ένα πρωί την πόρτα της... και χάθηκε με το όνειρο της επανάστασης...


Γεια σου Κατερινάκι. Γεια σου Κατερίνα μας!

Ποιείν και Λέγειν




Βαν Γκογκ



Στίχοι, αχνάρια του χθες, μνήμες του σήμερα





Δεν είμαι ποιήτρια. Όμως ο κάθε άνθρωπος ζει στιγμές που μέσα του χαράζουν σε στίχους. Τα λιγοστά αυτά ποιήματα μετράνε ανάποδα κάπου 25 χρόνια. Τα τελευταία της ζωής μου. Σκόρπιοι στίχοι χαμένοι σε σελίδες ημερολογίων. Οι περισσότεροι ποτισμένοι από θάνατο. Ποίημα χαράς δεν έγραψα ποτέ. Μόνο η πίκρα έδενε μέσα μου κόμπους με δάκρυα και λέξεις και τις άφηνε στο χαρτί, ξόρκια στον πόνο.

Ετούτη την κατάδρομη πορεία δένω σε κύκλο με το πρώτο ποίημα αυτής της σειράς. Γραμμένο κάπου στις αρχές της δεκαετίας του '80. Τότε που αναγκάστηκα να αφήσω τη θάλασσα και να γίνω δασκάλα. Να πω τα μεγάλα όχι. Έψαχνα τότε νόημα και σκοπό ζωής. Κι ήρθε μετά ο θάνατος. Να με εξαναγκάσει μόνο αυτόν να ψάχνω και να ρωτάω τα γιατί του. Στους θανάτους της ζωής από τότε έβαλα σύντροφο πιστό τον γνήσιο και αυθεντικό, τον Αιώνιο Μονάρχη, της νύχτας το μαύρο καβαλάρη. Το μεγάλο Τίποτε. Το Μηδέν. Και λένε πως ετούτη τη συντροφιά με το Θάνατο οι έλληνες την όριζαν ως Φιλοσοφία. Φιλοσοφία, έλεγε ο Πλάτωνας, είναι η μελέτη του Θανάτου. Ίσως λοιπόν αυτό να είναι και τούτοι οι σκόρπιοι στίχοι. Η α-πορία μου μπρος στα αιώνια ερωτήματα που βασανίζουν τον κάθε άνθρωπο για τη μοίρα του και τίποτε περισσότερο.

Η ζωή εν τάφω

Σκοτάδι. Σιωπή ατέλειωτη.
Ένας τάφος γύρω από τον καθένα μας.
Κλειστά μάτια. Βουλωμένα αυτιά.
Ένας νεκρός, πιο κουφός, πιο τυφλός
απ’ τον αληθινότερο νεκρό.

Είναι ο άνθρωπος του 20ου αιώνα.
Συλλογίζομαι. Και πάλι συλλογίζομαι.
Γιατί όλος αυτός ο πόνος;
Γιατί όλη αυτή η αδικία;
Ντρέπομαι που είμαι άνθρωπος.
Μα πιο πολύ που ακόμα
δεν ξέρω πώς να αρχίσω
το χρέος μου στον άνθρωπο να κάνω.

Δανάη - 1983


Α-σήμαντον

Monet



Το α - σήμαντον όταν σημάνεις,
με χίλια σήμαντρα σημαίνουνε εντός σου
του κόσμου τα βαθύτερα σημάδια.



Σημεία των καιρών μη σημαδεύεις.
Σηματωρός σου το απέριττο σημείο.
Εκεί στήσε σημαία. Εκεί σκύψε.



Σήμα και τέλος και σκοπός
το χάσμα του α-σήμαντου.





Δανάη


Ιούνιος 2007


Αποθανείν θέλω


Φωτογραφία: Δανάη


"Έρωτας είναι η τέχνη του να φεύγεις. " *



Άφησα μία φίλη και πόνεσα.
Άφησα έναν άντρα. Και έκλαψα.
Άφησα τη θάλασσα. Και βούλιαξε η ψυχή μου.
Άφησα όνειρα. Και πλημμύρισα πίκρα απέραντη.
Άφησα κι αν άφησα. Και νόμιζα η τρελή πως έμαθα να φεύγω.

Μα τώρα πρέπει να πω αντίο στον τόπο που μεγάλωσα.
Στο αυτί του λαγού και στα σταφύλια του κούκου.
Στις ντάλιες της Πηνελόπης και στον τρελό χορό των νιφάδων.
Να αφήσω πρέπει τη γη μου. Το χώμα που αγάπησα.

Και δεν το αντέχω.
Πονά η ψυχή μου απόψε.
Και ζητά τη Σίβυλλα.
Έρωτας είναι η τέχνη να πεθαίνεις.


_________________________________________

* "Έρωτας είναι η τέχνη του να φεύγεις. " Από το βιβλίο του Δημήτρη Λιαντίνη, ΓΚΕΜΜΑ. σελ 170

_________________________________________


Θάλασσα


Τζανάκι αγαπημένο. Αστροπαλιά


Στης θάλασσας το απέραντο
ακούμπησα πίκρες και διαψεύσεις.

Κι ήρθαν τα κύματα κι έπλυναν το δάκρυ
και στάλαξε βάλσαμο των τραγουδιών τους το νανούρισμα.

Αιώνια θάλασσα, που τόσα γνωρίζεις μυστικά μου,
που τόσο γνωρίζεις εμένα την ίδια…

Σκύβω στον καθρέφτη σου και με βλέπω.
Μαζεύω τα κομμάτια του χτες και τα όνειρα του αύριο.

Και δίχως τύψεις αφήνω να πνιγούν όσα από το σήμερα δεν αντέχω.
Θάλασσα, θάλασσά μου. Θάλασσα ψυχή μου…


Δανάη

"Τα έσω μας Αγάλματα"

Εγγονόπουλος. Αργώ


Τα δάκρυα που ανέβηκαν στα μάτια σου
άστα ελεύθερα να τρέξουνε το δρόμο τους.
Δίχως ντροπή, στο δέρμα να χαράξουνε αυλάκια.
Άστα, γιατί τα δάκρυα που μέσα μας κρατάμε
γίνονται μούχλα και σαπίζουν την ψυχή μας.
«Ώσπου να γίνει σαν μια ξένη φορτική.»

Άσε τα δάκρυα τον πόνο σου να πλύνουνε
ποτάμια δάκρυα και τρόχαλα οι λύπες.
Δάκρυα χείμαρρος που σκάβουνε το βούρκο
ώσπου να μείνει η πέτρα η σκληρή.

Είναι το άγαλμα που πρέπει στην ψυχή μας.
Το "έσω άγαλμα" που ο καημός χαρίζει.
Και τότε σώπα... Έκαμες το χρέος σου,
Ανώφελα δεν πήγαν οι ρονιές του πόνου.

Μαρία Λαμπρίδου



Στο Νικόλα που έφυγε νωρίς. Που έξαφνα σταμάτησε να μας κοιτάζει με τα μεγάλα γαλάζια μάτια του, ίδια θάλασσες καταμεσήμερο καλοκαιριού. Δε θα ξανακούσουμε τη φωνή του. Δε θα ανασάνουμε όνειρα που μόνο εκείνος ήξερε να κάνει.

Στο Νικόλα, το φίλο, το συνάδελφο, το σύντροφο στους αγώνες για την παιδεία.

Στο Νικόλα που θέλησε να κάνει καλύτερο τον κόσμο. Έναν κόσμο που δε θα είναι ίδιος πια χωρίς εκείνον...


6 Σεπτέμβρη 97

Μνημόσυνο στο Νίκο Κατσίνο



Μελαγχολία του Σεπτέμβρη

Redon



Πάντα άτυχοι

οι Σεπτέμβρηδες της ζωής μου.

Κλείσε καρδιά μου τα μάτια σου.

Όνειρα είναι όσα βλέπεις

και θα περάσουν.


Δανάη

Μεσάνυχτα





Μεσάνυχτα στον κόσμο και στην καρδιά μου.

Πρωτοβρόχι στην Αθήνα και στην καρδιά μου.

Έσβησαν οι ελπίδες του ήλιου που μου χάρισες

κι αλύπητα οι σταγόνες ξεθώριασαν τις ελπίδες.

Ήσουν όνειρο θερινής νυκτός

μα τώρα έφτασε το φθινόπωρο.




Δανάη

Κλεισμένα Παράθυρα

Καντίνσκι


Κλεισμένα παντζούρια, πόρτες σφραγισμένες.

Η ελπίδα δεν μπορεί να τρυπώσει.

Αφήσαμε εμείς τους τοίχους να υψώσουν;

Έρμαια της ανελέητης ανθρώπινης μοίρας,

δεν κλαίμε τις αχτίδες που χάσαμε

ούτε φαντασιώνουμε ανύπαρκτες ενοχές.

Σωριασμένα στα πόδια μας υλικά και εργαλεία

της ευτυχίας που ονειρευτήκαμε,

της ευτυχίας που ποτέ της δεν ήρθε.

Και το μάταιο είναι μοναχά που μας θλίβει.




Δανάη

Άνοιξη 2001





Άδικα ψάχνεις


Βαν Γκογκ

Όνειρα που έμειναν όνειρα.

Ελπίδες χίμαιρες.

Ζωή ζεμένη στο μαγκάνι.

Άδικα ψάχνεις το μυστικό λαγούμι.

Εξόδους κινδύνου θα βρεις μονάχα στα σινεμά.

Πάρ' το απόφαση.

Δεν μπορείς να το σκάσεις.

θα μείνεις εδώ.

Και ή θα παλέψεις ή θα πεθάνεις.


Δανάη

11 Μαρτίου 2001

Σημείο Ναδίρ

Millais

Με άδεια μάτια

στερεμένα από δάκρυα

γυμνά από ελπίδα

ορφανεμένα από όνειρα

Στου δρόμου την άκρη

φύλλο νεκρό αφέθηκα

των βουερών ανθρώπων

να χαζεύω τις ζωές.



Δανάη





Λαβύρινθος

William Blake


Σ' ένα χτες που λησμόνησα

παραπέσαν οι μίτοι μου.

Βαθύ σκοτάδι

γεμάτο ελπίδες και μινώταυρους.

Ποιο θα 'ρθει πρώτο;



Δανάη





Του Θανάτου


Καραβάντζιο


Θα πεθάνω.

Το ξέρω.

Πότε;

Άγνωστο.

Μα ως τότε έχω πολλά να κάνω


Δανάη

Αφιέρωμα στην Κατερίνα μας