Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ματσακονίσματα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ματσακονίσματα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Μπαμπά, πρέπει να σου πω για το Μίκυ...

Μπαμπά, πρέπει να σου πω κάτι για το Μίκυ...


Κι ας πέρασαν σαράντα χρόνια. Δεν πρέπει να ξεχάσω να στο πω.

Το Μίκυ, αγαπημένε μου πατερούλη. Αυτόν που μου απαγόρευες να διαβάζω. Ναι, ξέρω. Έτσι έλεγαν τότε τα μεγάλα κιτάπια της Παιδαγωγικής. Κι εσύ ήθελες να είσαι καλός πατέρας και καλός δάσκαλος. Έτσι έλεγαν τα μεγάλα κεφάλια, έτσι έκανες κι εσύ. Όχι κόμικς στα παιδιά. Καταστρέφουμε το λόγο τους, γεμίζουν τα κεφάλια τους με ανοησίες... κινούμενα σχέδια, πφφφφ! Μακριά από τα παιδιά αυτές οι σαχλαμάρες.

Αγαπημένε μου μπαμπά και δάσκαλε...

Σου μιλάω σήμερα για το Μίκυ... όχι γιατί είδα πως σήμερα, λέει, συμπλήρωσε τα ογδόντα του, ναι μπαμπά... γέρασε κι αυτός. Και γεράσαμε κι εμείς. Ογδόντα ο Μίκυ, σχεδόν πενήντα εγώ. Λέω πως μπορώ πια να σου μιλήσω για εκείνον. Τότε, τότε που ήμουνα παιδί, ούτε που τόλμαγα να σου φέρω αντίρρηση. Δηλαδή, όχι έτσι ακριβώς... Δεν τόλμαγα να σου μιλήσω και να σου πω ότι έχεις άδικο. Αλλά, πατερούλη μου, εγώ, και το ξέρεις πια καλά, γεννήθηκα από την ανάποδη μεριά του κρεβατιού. Και πώς γεννήθηκα...

Με τραβάγανε και εγώ, πείσμα, αρνιόμουνα να έρθω στον κόσμο σας. Και δώστου τραβάγανε οι γιατροί, θα βγει έλεγαν, πού θα πάει; Ένα μυξιάρικο και θα το αφήσουμε να κάνει ό,τι θέλει; Αμ, δε... Αν δεν πιάνανε τις κουτάλες τους, εκεί θα ήμουν ακόμη. Και πήραν αυτοί τις κουτάλες και τράβαγαν, τι τράβαγαν;;; Δεν ήξεραν τι, δεν ήξεραν πώς. Έτσι έγινε και μου σακάτεψαν το χέρι. Όλα τα παιδάκια με δυο χεράκια, εγώ με ένα γερό και ένα να στέκεται μαραμένο. Να είναι καλά η μανούλα, που με έτρεχε στους γιατρούς και κατάφερε να το σώσει. Τουλάχιστον δεν έμεινε ατροφικό. Γιατί, κι αυτό πρέπει επιτέλους να στο πω, αυτό το χέρι δεν έγινε ποτέ τελείως καλά. Κι ας έλεγαν άλλα οι μεγάλοι γιατροί.

Μεγάλοι γιατροί! Και μεγάλοι παιδαγωγοί!!! Αχ.... Τα μαύρα τα μεσάνυχτα είχαν, αλλά δεν το ήξεραν. Για τους γιατρούς το ξέρεις κι εσύ... Θυμάσαι εκείνον τον τρισάθλιο; Ήρθε η ώρα να μιλήσω και γι' αυτόν. Ο μεγάλος και τρανός Σαμαράς. Εκείνος που όταν έτρεξε λεχώνα η μανούλα μου λίγων εβδομάδων να πάρει τη γνώμη του για το παράλυτο χέρι του μωρού, γύρισε και της είπε πως δεν πρόκειται ούτε να περπατήσω. Εξάρθρωση, λέει... και στα δύο πόδια. Αμ, δε. Κανένα πρόβλημα δεν είχαν ποτέ τα πόδια μου. Και πήραν στράτες και θάλασσες και γύρισαν τον κόσμο όλο. Εκείνος όμως, ο απαίσιος άνθρωπος, ο διψασμένος για το χρήμα, ανακάλυψε μια εξάρθρωση που δεν υπήρχε.

Η τύχη θέλησε να γλιτώσω από τα νύχια του. Και το ταξί, που χτύπησε τη μαμά, όταν έφυγε κλαίγοντας από το νοσοκομείο. Άνοιξε η τσαντούλα της και σκόρπισαν όλα στο δρόμο. Έτρεξαν ο κοσμάκης και μάζεψαν το κορίτσι. Λίγο έλειψε να σκοτωθεί. Το έχει αυτό η μάνα μου. Γενναία γενναία, αλλά μη μάθει κακό για τα παιδιά της. Χάνει τον κόσμο από τα μάτια της. Της είπε ο Σαμαράς πως το παιδί της δε θα περπατήσει, στραβώθηκε η γυναίκα από το κλάμα. Εσύ, ήσουν επάνω, στα κατσικοχώρια της Ηπείρου, δασκαλάκος... Εκείνη, μόνη της στην Αθήνα. Τι να σου κάνει; Κοριτσάκι είκοσι χρονών ήταν... Ούτε που το είδε το ταξί. Τη λυπήθηκε ο θεός και γλίτωσε. Και μαζί λυπήθηκε κι εμάς... και ειδικά εμένα. Γιατί όλα τα πράγματα βρέθηκαν από τη φτωχή της την τσαντούλα, δεν ήταν δα και πολλά, μόνο η κάρτα του ιατρείου του Σαμαρά χάθηκε.

Δρόμο και στρατί την άλλη μέρα, ξανά στο νοσοκομείο, να πάρει άλλη κάρτα του Σαμαρά. Και δώστου να κλαίει με αναφιλητά. Έτσι έγινε και της έπιασε την κουβέντα εκείνη η γριούλα, η καμένη από το μεγαλογιατρό. Και της είπε τι κουμάσι ήταν. "Τράβα κόρη μου στο ΕΛΕΠΑΠ, εκεί θα βρεις βοήθεια για το παιδί σου. Φεύγα μακριά από το Σαμαρά. Θα σας αρπάξει όσα μπορεί και πάλι άρρωστο θα μείνει το παιδί σου. Τα τραβήξαμε κι εμείς με το εγγονάκι μου. Μας κατέστρεψε ο αλήτης."

Και πήγαμε στο ΕΛΕΠΑΠ, και σώθηκε το χέρι. Η εξάρθρωση; Το είπα. Δεν υπήρχε. Ήταν μονάχα στη φαντασία του γιατρού... για να φάει περισσότερα...

Εγώ έτσι γνώρισα τον κόσμο, πατερούλη. Πήρα νωρίς το μάθημα. Κι ας ήμουν ακόμη μωρό στα σπάργανα... Εσύ όμως χρόνια αργότερα βρέθηκες πρόσωπο με πρόσωπο με τη θεία δίκη. Και πρόσωπο με πρόσωπο με το Σαμαρά. Νύχτα προχωρημένη... στο χωριό μας, όχι στην Αθήνα. Διάβαζες και ξαναδιάβαζες την ύλη για την άλλη μέρα, κλεισμένος στο γραφείο του σχολείου. Και κάποια στιγμή τελείωσες και είπες να φύγεις για το σπίτι. Βγαίνεις, κλειδώνεις, και πας να κατέβεις τα σκαλιά. Και τότε... πιάνει το μάτι σου (αχ, αυτό το μάτι σου...) πέρα στο βάθος, στη μεγάλη στροφή του δρόμου, στο Μέγα Πλάι, τα φώτα που έφευγαν στο κενό... Δεν ήταν η πρώτη φορά. Κατάλαβες αμέσως τι έγινε. Αυτοκίνητο στο γκρεμό!

Έτρεξες αμέσως στο καμπαναριό. Να ειδοποιήσεις. Να μαζευτούν οι χωριανοί και να ξεκινήσετε για το βουνό. Να σώσετε τους ανθρώπους. Και φτάνετε εκεί... Φρίκη. Μια γυναίκα μέσα στο αμάξι. Ακίνητη και μέσα στα αίματα. Κι ένας άντρας. Σωριασμένος κι αυτός, αλλά ζωντανός. Να κλαίει και να σπαράζει.

"Γιατρός Σαμαράς. Βοηθήστε μας! Σας παρακαλώ!"

Μας έλεγες αργότερα πως παραλύσανε τα χέρια σου. Για ένα λεπτό. Μόνο για ένα λεπτό. Μετά έκλεισες τα αυτιά σου, ξέχασες ποιος ήταν, και έκανες αυτό που έπρεπε να κάνεις. Ό,τι τουλάχιστον μπορούσες. Τον φορτώθηκες στην πλάτη σου και τον ανέβασες μέχρι επάνω, στο δρόμο.

Δεν ξέρω άλλες λεπτομέρειες... Μόνο πως η γυναίκα σκοτώθηκε αλλά ο Σαμαράς γλίτωσε. Τότε τουλάχιστον. Γιατί αργότερα λένε - σε τροχαίο και πάλι - βρήκε τραγικό θάνατο. Και θέλετε το πιστεύετε, θέλετε όχι, έτσι ακριβώς έγιναν όλα... Ούτε μία λέξη ψεύτικη. Ούτε μία τόση δα υπερβολή.

Τα άκουγα κι εγώ μεγαλώνοντας και μου φαινόταν σαν παραμύθι. Το παραμύθι της ζωής μου. Με καλούς και κακούς και με τυχερούς και με άτυχους. Κι έπειτα, έπεσε μια μέρα στα χέρια μου ένα Μίκυ Μάους. Δεν ξέρω πού, δε θυμάμαι πότε. Με μάγεψαν τα σχέδια. Με μάγεψαν και τα λόγια. Μα πιο πολύ αγάπησα εκείνα τα "ανθρωπάκια" (κι ας λένε οι άλλοι για ποντίκια και για πάπιες...) Τον Ντόναλντ και το Χιούι και το Λιούι και το Ντιούι. Το Γκούφι και τον Μίκυ και τη Μίνυ του... Και άλλο τόσο μίσησα τους κακούς...


Το Σκρουντζ που όλο στα λεφτά είχε το νου του και τους Λύκους που παραφύλαγαν να αρπάξουν και να καταστρέψουν. Ναι, μπαμπά, εκεί και τότε έμαθα για πρώτη φορά τους Λύκους. Χρόνια πριν ακούσω το Homo homini lupus.

Εσύ όμως φρύαξες σαν είδες εκείνο το περιοδικάκι... Να πάω και να το πετάξω αμέσως, έτσι μου παράγγειλες. Σιγά μην το πέταγα!!! Ε, μα κι εσύ... αφού με ήξερες πια τι ανάποδο πλάσμα ήμουν. Αρκούσε να μου πεις ΜΗ για να κάνω ακριβώς αυτό που απαγορευόταν. Περίμενες λοιπόν, πώς θα πετάξω το μικρό μου θησαυρό;

Το πήρα λοιπόν και το έκρυψα. Και πού το έκρυψα; Θυμάσαι... Το βρήκες χρόνια μετά και δεν ήξερες πώς έφτασε εκεί ένα ξεσκισμένο Μίκυ Μάους!

Στο χασίλι, μπαμπά. Κάτω χαμηλά στο χασίλι. Στην τελευταία πεζούλα του οικοπέδου. Εκεί που μόνο η άγρια φύση ήταν παρούσα και κανένας άλλος να κόβει τη μαγεία και το όνειρο... Εκεί χανόμουν με τις ώρες.

Με μια κουβερτούλα και όλα τα απαραίτητα του πικ νικ. Βλέπεις τότε ακόμη δεν είχαν κάνει πέρασμα το χωριό μας οι Αλβανοί... Μόνο φιδάκια κυκλοφορούσαν αλλά ήξερα τότε να μην τα φοβάμαι. Μην κοιτάς τώρα που μεγάλωσα και με έπιασαν φοβίες...

Εκεί πήγαινα και ξάπλωνα στον ήλιο και στα λουλουδάκια... Και διάβαζα όλα τα απαγορευμένα. Ναι, μπαμπά, μαζί με το Μίκυ να στο πω κι αυτό. Στα δώδεκα γνώρισα το Χριστό που ξανασταυρώθηκε. Και την Άννα Καρένινα. Και τους Άθλιους του Ουγκό. Και όλα τα βιβλία που μου έλεγες να μην ακουμπήσω γιατί είμαι μικρή ακόμα!!! Μα η αιτία ήταν ο Μίκυ. Που τόσο σε θύμωσε και τόσο με πείσμωσε το άδικο... Γι' αυτό και έμενε πάντα εκεί. Κρυμμένος στη μυστική γωνίτσα που του είχα φτιάξει.

Τον είδα σήμερα που γιόρταζε και πετάρισε η καρδιά μου. Α, λέω. Τέτοιες συμπτώσεις δε γίνονται. Γιατί, πατέρα, σήμερα στο σχολειό είχαμε το Μίκυ!!! Ναι, σου λέω. Επίσημος πια προσκεκλημένος στα βιβλία των παιδιών. Και όλη η παρέα του μαζί. Να λένε τα δικά τους και να μετατρέπουν τα παιδιά τα λόγια τους, από ευθύ σε πλάγιο λόγο. Και για το σπίτι πήρανε να κάνουν το ανάποδο. Να γράψουν εκείνα τους διαλόγους του Μίκυ Μάους.

Αλλάξανε τα πράγματα, μπαμπά. Και οι μεγάλοι παιδαγωγοί αποδείχτηκε πως έλεγαν φούμαρα... Σαν και την εξάρθρωση του Σαμαρά. Και αν θες και σαν το χέρι μου που το σακάτεψαν με τους εμβρυουλκούς... Πατέρα, το αυχενικό εκεί και τότε ξεκίνησε... Μου το είπε ο γιατρός προχτές. Και δίχως να πάρει ούτε μία δεκάρα. Μόνο με το βιβλιάριο. Ευτυχώς δεν είναι όλοι οι γιατροί Σαμαράδες... Έγινε, που λες, σκολίωση και έγινε δισκοπάθεια στον αυχένα. Ποιος να τα ξέρει αυτά τότε και να πάρει μέτρα;

Κι εσύ φοβόσουνα το Μίκυ... Αχ, μπαμπά. Οι δικοί του Λύκοι ήταν μόνο στο χαρτί. Ούτε τρώγανε, ούτε δαγκώνανε. Μόνο με μάθαιναν πως στον κόσμο αυτό υπάρχουνε και οι Λύκοι. Και να φυλάγομαι. Και άλλοι που τους αρρωσταίνει το χρήμα. Και να προσέχω να μην κολλήσω την αρρώστια τους. Και οι γκαντέμηδες... που όλο προσπαθούν και όλο σε γκάφες και αναποδιές πέφτουν. Αλλά σηκώνονται και πάλι και προσπαθούν.


Ο Μίκυ μου τα έμαθε αυτά, πατερούλη. Γιατί εσύ κι η μαμά, ακόμα και τους Σαμαράδες πιάνατε και τραβάγατε από το γκρεμό. Ου γαρ οίδασι τι ποιούσι, μια ζωή. Μα η ζωή, πατέρα, δεν είναι μόνο αγάπη. Χρειάζεται, ναι σου λέω, να τα βάζεις και με τους Λύκους. Γιατί αλλιώς, θα μας φάνε ζωντανούς...


Και μην ξεχάσω. Ο Παπαδιαμάντης, ο άγιος Παπαδιαμάντης, που τόσο καμάρωνες πως τον διάβασα στα δέκα και στα έντεκα... ήταν πολύ καλός. Υπέροχος. Μα κι εκείνος, μπαμπά, με το αγιοκέρι περπάταγε. Μην κοιτάς που τον διάβασα... αχ, και να ήξερες πόσο θύμωνα με όσα έλεγε. Που άφηνε τους κακούς να κερδίζουν. Στο Μίκυ όμως, καλέ μου πατερούλη, οι κακοί λύκοι την πάταγαν πάντα. Γιατί το καλό μπορεί και πρέπει να νικάει. Και το άδικο να το πολεμάμε και να τιμωρείται.


Εγώ, η μικρή σου σκανταλιάρα

Που μεγάλωσα πια, μπαμπά, και μυαλό ακόμα δεν έβαλα...

______________________

ΧΡΗΣΙΜΟΙ ΣΥΝΔΕΣΜΟΙ

  1. ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΟ ΒΗΜΑ Άρθρο για τους παιδικούς ήρωες
  2. Η ιστορία του Ντόναλντ Ντακ
  3. Μια ανάλογη περίπτωση... Μαμά ετών 37
  4. Κόμικς http://www.mycomics.gr/gelio kai xara/gelio kai xara.htm (συλλογή τεράστια)

Τι απέγιναν τα κορίτσια που σάλπαραν;

Με το βίντεο που ανεβάσαμε για τα κορίτσια που κάποτε σάλπαραν, αφήσαμε ανοικτό το ερώτημα πού βρίσκονται σήμερα. Τι απέγιναν;


Να μιλήσεις για όλα τα κορίτσια, δυσκολούτσικο. Και μάλιστα μετά από μια ολόκληρη νύχτα που χρειάστηκε για να ανέβει το βίντεο. Κάποια στιγμή θα βρω τον τρόπο και το χρόνο να σας πω αρκετές ιστορίες, πέρα για πέρα αληθινές και μόνο τα ονόματα θα αλλάζουν για να μην εκθέτουμε και ανθρώπους...


Προς το παρόν θα σας δώσω λίγα στοιχεία για το ίδιο "κορίτσι" που ανέβασε και το θέμα εδώ. Παλιά στοιχεία, δέκα ετών. Δημοσιευμένα όμως σε εφημερίδα εκείνης της εποχής, γι' αυτό και η αναφορά μας σ' αυτά.


ΒΗΜΑ, 23 Φεβρουαρίου 1997


Λέω πως δε θα δυσκολευτείτε να βρείτε το άρθρο. Αν όμως, ... κοιτάξτε στη μέση περίπου της σελίδας. Τίτλος χαρακτηριστικός και με επιλογή του συντάκτη του Βήματος:


"Η δασκάλα, η απεργία, ο σπασμένος καναπές και ο κομπιούτερ"


Μην τρομάξετε από αυτά που θα διαβάσετε. Ευτυχώς δεν ισχύουν πια αρκετά από όσα εκεί αναγράφονται. Το άρθρο είχε γραφτεί στην προηγούμενη μεγάλη απεργία των δασκάλων, το '97. Και όσα λέει, ήταν η απόλυτη αλήθεια. Και όλοι ξέρετε πως τα χάλια που ακόμη αντιμετωπίζει ο κλάδος μας οδήγησαν πριν λίγους μήνες σε μια ακόμη μεγάλη απεργία. Θα μιλήσουμε και γι' αυτήν κάποια στιγμή αναλυτικά, γιατί είμαστε και πολλοί δάσκαλοι στην παρέα του HOMA EDUCANDUS. Πρέπει να μιλήσουμε. Με τη φωνή του απλού δασκάλου που δυο μήνες πίστεψε ότι θα αλλάξει τον κόσμο και όταν η απεργία τελείωσε κατάλαβε πως για μια ακόμη φορά τον πούλησαν όλοι. Και πάλι μυαλό δεν έβαλε... Γιατί στον κόσμο αυτό, το μάθαμε πια το μάθημά μας, ή θα αγωνιστείς ή θα πεθάνεις. Άλλο δρόμο δεν έχει. Μονόδρομος είναι.

  1. Δείτε το βίντεο αφιέρωμα για την απεργία των Δασκάλων το Φθινόπωρο του 2006.
  2. MEMORIES: Βίντεο για τη ζωή στο καράβι.

Γιώργος Ζαρέντης


Έγραψα για το θάνατο κάποτε... ποίημα δεν είναι να το πεις, ομολογία καλύτερα:


Θα πεθάνω. Το ξέρω.

Πότε; Άγνωστο.

Μα ως τότε έχω πολλά να κάνω!


1983. Ήταν τότε που ο Χάρος πήρε έναν από τους καλύτερους φίλους μου. Ξαφνικά. Τη μια μέρα ζωντανός την άλλη νεκρός, σκοτωμένος, πνιγμένος. Ένα ακόμη εργατικό ατύχημα στην προβλήτα του Περάματος. Γιώργο τον έλεγαν, Γιώργο Ζαρέντη.

Ένα μελαχρινό παλικάρι από το Αγρίνιο. Ετών 31. Ανθυποπλοίαρχος ήταν ο Γιώργος μα η ανεργία τον είχε στείλει ναύτη σε ποστάλι Πειραιά - Κρήτη.

Μόλις το προηγούμενο απόγευμα δουλεύαμε στα γραφεία της οργάνωσης. Στη Ναυτεργατική. Ναυτικός κι εγώ τότε. Και με το Γιώργο είχαμε αναλάβει να διπλώσουμε τις εφημερίδες και να τις στείλουμε στους μπαρκαρισμένους συναδέλφους. Περάσαμε ώρες με το Γιώργο. Δουλεύοντας και κουβεντιάζοντας για τα μεγάλα όνειρα της μικρής ζωής μας.

Ήταν χαρούμενος εκείνο το απόγευμα ο Γιώργης. Είχε δώσει παραίτηση και την άλλη μέρα περίμενε να ξεμπαρκάρει. Έκανε σχέδια. Να πάει στο χωριό, να δει το γέροντα πατέρα του. Να δει τους φίλους των παιδικών χρόνων. Και γέλαγε ο Γιώργος. Όλο γέλαγε.

Ήταν η τελευταία φορά που τον είδα ζωντανό. Την επόμενη μέρα, 18 Μάρτη του 83, κατέβασαν το Γιώργο με σκαλωσιά να βάψει τη μάσκα του βαποριού. Το εξωτερικό μέρος της πλώρης δηλαδή. Έβαψε κι αν έβαψε. Χαρούμενος σαν το κοτσύφι. Χοροπηδούσαν μπροστά του οι ώρες της ελευθερίας. Που θα έπαιρνε το φυλλάδιο στην κωλότσεπη και θα έριχνε μαύρη πέτρα πίσω του.

Κι έφτασε επιτέλους η στιγμή. Μάζεψε τα πινέλα και τα μπότα της μπογιάς. Δίπλα του η ανεμόσκαλα. Άπλωσε το χέρι και άπλωνε πες φτερά στα όνειρά του. Δεν πρόλαβε. Δεν τα κατάφερε. Η σκάλα από εγκληματική αμέλεια δεν είχε δεθεί στα ρέλια. Και οι ζώνες ασφαλείας; Άγνωστο είδος στην ελληνική ναυτιλία...

Κι έφυγε το σώμα του στο κενό. Δεν πρόλαβε ούτε να φωνάξει. Πνιχτός ακούστηκε ο γδούπος του κορμιού του στην κόχη του ντόκου. Από τα 15 μέτρα ύψος. Κι έπειτα τινάχτηκε και βούλιαξε ανάμεσα στην προβλήτα και στο βαπόρι. Το οχηματαγωγό Μίνως. Μινώταυρος πες καλύτερα. Και χάθηκε κάτω από τα θολά νερά του λιμανιού.

Έτρεξε κόσμος. Εργάτες του λιμανιού, ναυτικοί από τα γύρω καράβια. Μερικοί έπεσαν στο νερό. Να τον προλάβουν. Δε φαινόταν τίποτα. Άφαντος. Ώρες πέρασαν και καμιά βοήθεια δε φαινόταν. Ούτε δύτες ούτε καν ασθενοφόρο. Φτηνό το «κρέας» του ναυτεργάτη. Και η ζωή του ένα τίποτα για τα αφεντικά και την εξουσία. Του ΠΑΣΟΚ τότε. Φρέσκου ακόμη στη διακυβέρνηση αλλά με τις ίδιες παλιές συνήθειες απέναντι στην εργατιά.

Κάποτε εδέησαν να τον βγάλουν. Κάποιος ιδιώτης δύτης. Τραύμα δε φαινόταν. Κι αν είχε αίματα, τα είχε πλύνει η θάλασσα. Το χρώμα του θανάτου όμως είχε κιόλας απλώσει τις μαύρες φτερούγες του. Μόνο τα μάτια του έμεναν ανοιχτά να φωνάζουν "Γιατί;"

Μανούλα να τον κλάψει δεν είχε ο Γιώργης. Κι ο γέροντας πατέρας του ήταν μακριά κι ακόμα δεν τον είχε βρει το πικρό χαμπέρι. Ήταν εκεί όμως όλοι εκείνοι που τους έλεγε αδέρφια. Ο Γεράσιμος ο Δεστούνης, ο Στέλιος ο Σεβαστάκης και τα άλλα παιδιά. Οι σύντροφοί του.

Το ασθενοφόρο, τέσσερις ώρες μετά το ατύχημα, δεν είχε φανεί ακόμα. Ούτε αυτό δεν έστειλαν για να μεταφερθεί η σορός του στο νεκροτομείο. Ο πόνος και η οργή ξεχείλισαν. Με ένα πρόχειρο φορείο ανέβασαν το Γιώργη στην καρότσα ενός τρίκυκλου και κίνησαν για το υπουργείο. Υπουργός ο Κατσιφάρας. Εκεί πήγαν και απόθεσαν το σώμα του. Στο γραφείο του υπουργού. Να λάβουν απάντηση για το νέο έγκλημα. Για την αδιαφορία που σκοτώνει και όταν σκοτώσει παρατά αβοήθητο το θύμα της.

Εκεί, με τα μάτια ανοιχτά ακόμη, είδα ξανά το Γιώργη. Και πάγωσα. Δεν ήξερα τι είναι ο θάνατος. Δε με είχε αγγίξει ως τότε η ανάσα του. Κι εγώ δεν τον είχα καθόλου σκεφτεί. Τώρα ήταν μπροστά μου με όλη τη φρίκη του απλωμένη στο γνώριμο κι αγαπημένο πρόσωπο του φίλου. Στα ακίνητα μάτια του. Στο μισάνοιχτο στόμα του που έτρεχε ακόμη νερό. Και στα μελανιασμένα χείλη του.




Δε θέλω να πω τι ένιωσα. Γιατί αυτά τα πράγματα δεν υπάρχουν λέξεις για να τα πεις. Χρειάστηκα πολύ καιρό να ξαναβρώ τον εαυτό μου. Να μπορέσω να συνεχίσω τη ζωή μου. Και τότε, που βρήκα τη δύναμη να ξανασταθώ στα πόδια μου, χάραξα στο χαρτί εκείνες τις λίγες κουβέντες. Για το θάνατο. Και για τη ζωή που αποφάσισα να τη ζήσω, να τη ρουφήξω μέχρι την τελευταία της σταγόνα.

Δεν είναι που ξέχασα το Γιώργη. Θα κουβαλώ για πάντα τη μορφή του. Ζωντανή όμως και χαρούμενη. Δίπλα μου στο Σύνταγμα να φωνάζουμε για την ανεργία. Μέλη τότε του συντονιστικού των ναυτεργατών. Με τα σγουρά του τα μαλλιά να ανεμίζουν. Με τη λεβεντιά του. Και με τις χάρες ούλες.




Σύνταγμα. Φθινόπωρο 1982. Το τελευταίο του Γιώργη. Στη μέση της ομάδας των συναδέλφων, με τη λευκή ζώνη και τη γροθιά υψωμένη, διαδηλώνει ενάντια στην ανεργία.

Και χίλιες άλλες στιγμές. Αυτές κρατώ. Και ζω. Ζω για μένα ζω και για όσα εκείνος δεν πρόλαβε. Αυτά που λαχταρούσε και ονειρευόταν εκείνο το τελευταίο απόγευμα. Το τελευταίο της ζωής του. Και ήταν πολλά και ήταν όμορφα.

Δε θέλω, δεν έχω το δικαίωμα, να σκοτώσω τα όνειρά του. Πρέπει, του το χρωστάω, να παλέψω εγώ για εκείνον για να βρουν τα όνειρα δικαίωση. Γιατί τα όνειρα του Γιώργη μίλαγαν για τον κόσμο και τους ανθρώπους. Για μια κοινωνία που ο άνθρωπος θα ξαναγίνει άνθρωπος. Και τέτοια όνειρα δεν κάνει να πεθαίνουν μαζί με εκείνον που τα έκανε. Γιατί αυτά τα όνειρα είναι η μόνη του ελπίδα. Να μένει κι εκείνος ζωντανός μέσα σ' αυτά.

Πέρασαν είκοσι τέσσερα χρόνια από τότε. Αν ζούσε ο Γιώργης, θα ήταν τώρα στα 55. Με παιδιά και εγγόνια ίσως. Τα μαλλάκια του θα είχαν πάρει να ασπρίζουν. Η αρμύρα θα είχε σκάψει βαθιά αυλάκια στο πρόσωπό του. Μα το χαμόγελο θα έλαμπε πάντα. Και η καρδιά του θα ήταν γεμάτη αγάπη για τον άνθρωπο. Όνειρα για έναν καλύτερο κόσμο.

Αυτό το χαμόγελο κρατώ. Και τα δικά του όνειρα παλεύω. Ήταν πολλά και μεγάλα. Και ώρες ώρες βαραίνουν πολύ στις μικρές μου πλάτες. Και λέω κουράγιο. Έχεις πολύ δρόμο ακόμη. Πρέπει να προφτάσεις. Για να του πεις όταν τον συναντήσεις πως άδικα δεν πήγε εκείνο το απόγευμα. Και όσα σου είχε ειπωμένα. Άδικα δεν πήγε η ζωή του. Ναι, έχω πολλά να κάμω. Χαράμι να μην πουν πως έζησε. Κι εκείνος και εγώ.

Χρόνια μετά θα μάθαινα πως τούτη τη σχέση με το Γιώργη τη λεν Ενδοκοσμική Αθανασία. Τη λεν ζωντανή μνήμη του ανθρώπου που πέθανε. Και νίκη του ανθρώπου στο Χάρο. Μα για να τα μάθεις αυτά, πρέπει πρώτα να τα ζήσεις. Να τα νιώσεις ο ίδιος. Μόνον έτσι και καθόλου αλλιώς.

Στο σύντροφο το Γιώργη το Ζαρέντη. Στο φίλο. Στον άνθρωπο που μου έμαθε θάνατος τι θα πει. Και μου χάρισε το ακριβό δικαίωμα να λέω:




Ξέρω πως θα πεθάνω.

Δεν ξέρω πότε.

Μα ως τότε έχω πολλά να κάνω.

Πώς αλλιώς;



  1. Εφημερίδα Ριζοσπάστης: Αναφορά στο Γιώργο Ζαρέντη


  2. Οι φωτογραφίες είναι από το βιβλίο του Κώστα Γιαμπάνη, «Μετά από 30 χρόνια. Αιτίες της διαγραφής μου από το ΚΚΕ», Αθήνα 1985


Αφιέρωμα στην Κατερίνα μας