Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Στων καραβιών τις πλώρες. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Στων καραβιών τις πλώρες. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τα χρυσά γαλόνια


Rousseaux ΘΥΕΛΛΑ
«Και τέσσερα σκέφτομαι γαλόνια εγώ χρυσά
και ένα θλιμμένο δόκιμο που δε θα τα φορέσει.»

Νίκος Καββαδίας

Αχ, αυτά τα γαλόνια τα χρυσά, που με βασάνιζαν κι εμένα μια μέρα του Φλεβάρη του '82 μέσα στη μάνητα των κυμάτων και καταμεσής στον Ειρηνικό, (Ειρηνικός όσο Καλή Ελπίδα είναι και το ομώνυμο ακρωτήρι της Αφρικής), ήρθε η ώρα και τα φόρεσα με δόξα και τιμή. Κι ας μην ήταν τέσσερα. Δεν πειράζει. Τι τα θες, τι τα γυρεύεις όμως; Γρουσούζικα φάνηκαν. Ένας ακόμη «Ιδανικός κι ανάξιος εραστής» κι εγώ. Κι η μάνα μου περήφανη να λέει σε όποιον ρωτά, «είναι δασκάλα η κόρη μου»! Αχ, τη φουκαριάρα ντροπή που το είχε τότε που γύρναγα στις θάλασσες και τα λιμάνια. Τι να λέει στον κόσμο; Το κορίτσι μου βρίσκεται με τριάντα άντρες μες τη μέση της θάλασσας; Αφήστε σαν γύρναγα σπίτι τι γκρίνιες έκανε. «Μη μιλάς σαν κορίτσι του λιμανιού!» Όλο έτσι μου έλεγε. Κι εγώ της απαντούσα ατάραχη: «Μα μανούλα μου, ναυτικός είμαι, σε λιμάνια γυρίζω. Πώς θες να μιλώ;»

Εσείς όμως μην τα ακούτε όλα αυτά. Ήδη θα μυριστήκατε λιγάκι θάλασσα τι σημαίνει. Όσο για μας τους ναυτικούς, μη μας πολυτσιγκλάτε γιατί καλά το ξέρουμε πως εδώ έξω στη στεριά είναι τρισχειρότερα τα πράγματα. Να καθίσω εγώ να σας τα πω, κι ας δουλεύω και στο δημόσιο, τι συναντάει μια γυναίκα και τι ακούει καθημερινά, να σας σηκωθεί η τρίχα. Μωρέ αγγελούδια είναι οι ναυτικοί. Το λέω και το πιστεύω. Και στο κάτω κάτω έχουν και τα χίλια δίκια. Και πάλι ξεκαθαρίζω, για να μη δημιουργούνται εντυπώσεις, κυρά και αρχόντισσα την έχουν όποια γυναίκα βρεθεί στο καράβι. Αρκεί κι αυτή να ξέρει να κρατά τη θέση της. Να ξέρει δηλαδή να σέβεται τον άντρα που έχει να πατήσει σε λιμάνι μήνες. Να μη ρίχνει αλάτι στην πληγή. Τους αρμυρίζει που τους αρμυρίζει η θάλασσα. Να έχουνε μπροστά τους και τον πειρασμό να τους πιλατεύει;

Και να, το λέω και με απόδειξη. Τι κόσμο έχει η θάλασσα. Χτες βράδυ σαν έγραφα τούτες τις αράδες, χρειάστηκε να ψάξω στο γκουγκλ τους στίχους για τις Καπετάνισσες από το Κακοσούλι. Μη γράφω όπως μου κατέβει το τραγούδι. Και πέφτω πάνω σε ένα φόρουμ ναυτικών που έλεγαν ετούτο και το άλλο για τις κοπέλες που σπουδάζουν καπετάνισσες. Δίκιο να τα λεν. Η θάλασσα είναι δύσκολη. Και για τις γυναίκες ακόμη περισσότερο. Δεν άντεξα λοιπόν και κάθομαι και γράφομαι επιτόπου στο φόρουμ. Καπετάνισσες τους λέω θέλετε; Ιδού μπροστά σας. Και κοπιάστε και από το blog να δείτε τις λεπτομέρειες. Ε, δε θα το πιστέψετε τα πόσα καλωσορίσματα πήρα από κείνη την ώρα. Και με όλη τη ντομπροσύνη που ξέρει να μιλά ο ναυτικός. Γιατί ο ναυτικός, και να το χωνέψετε, την έχει πολύ ψηλά τη γυναίκα. Επειδή τη στερείτε και νιώθει καλύτερα από τον καθένα την αξία της. Κι αν δεν τη θέλει στο καράβι δεν είναι για άλλο λόγο παρά γιατί ξέρει καράβι τι σημαίνει. Μόνο γι’ αυτό.

Ρωτήστε αν δε με πιστεύετε ακόμη και τις γυναίκες των λιμανιών. Να δείτε τι θα σας πουν για τους ναυτικούς. Και μάλιστα τους Έλληνες. Ακόμη κι αυτές τις αντιμετωπίζουν σαν κυρίες. Θα μου πείτε, όλοι; Ε… είναι ίσα όλα τα δάχτυλα; Εγώ σας λέω ποιος είναι ο κανόνας. Αλλά εκείνο το «ναυτικοί και άλλα κακοποιά στοιχεία» που γράφουν οι φυλλάδες είναι πέρα για πέρα ψέμα. Και να με συμπαθάτε, αλλά εγώ αντί για ναυτικούς, λέω στεριανούς. Που κάθονται ξαπλωτοί και αραχτοί τα βράδια στον καναπέ, με τα παιδάκια και τη γυναικούλα τους, την ώρα που ο ναυτικός θαλασσοπνίγεται για να τους κουβαλήσει και του πουλιού το γάλα.

Και πέστε μου, αυτό ποιον κάνει περισσότερο άξιο σεβασμού; Με μία παροιμία θα σας απαντήσω και με την αλάθευτη σοφία του λαού μας: «Η ευτυχία κάνει τέρατα και η δυστυχία ανθρώπους.»

Και να πούμε και το άλλο. Για την οικογένεια του ναυτικού. Για τα έρμα τα παιδάκια του που μπαμπά ακούνε και μπαμπά δε βλέπουν. Και στο τέλος απογοητεύονται και δείχνουν στο κάδρο τη φωτογραφία και λένε «μπαμπάς». Ακόμη και όταν ο μπαμπάς είναι στο σπίτι. Αυτά, το κάδρο λεν «μπαμπά». Τους παίρνει καιρό να το καταλάβουν και να ξεχωρίσουν ποιος είναι εκείνος ο άγνωστος που στη χάση και στη φέξη εμφανίζεται στο σπίτι. Ρωτήστε με και για τον καιρό που φτάνουν στο σχολείο. Που ξέρουν πια την αλήθεια και δεν παρηγορούνται με φωτογραφίες. Να σας πω για τα μαραμένα κεφαλάκια, για το βλέμμα που ταξιδεύει αλλού, για τα αυτάκια που δε σε ακούν όταν τους μιλάς. Και για το ξαφνικό ζωντάνεμα σαν γυρίσει ο πατέρας στο σπίτι. Δε χρειάζεται να στο πουν. Το καταλαβαίνεις με τη μία. Από τη λάμψη στα πρόσωπα. Από τη χαρά που ξεχειλίζει. Κι απορώ ποιος βλάκας σκέφτηκε να ανοίξει σχολές και για γυναίκες ναυτικούς…

Θα μου πείτε, εσύ το λες; Ε, ναι. Ποιος άλλος μπορεί καλύτερα να το πει από μια γυναίκα ναυτικό. Και τώρα δασκάλα. Που ξέρει και τη μια όψη του νομίσματος και την άλλη. Το τι Γολγοθά ανεβαίνουν οι οικογένειες των ναυτικών. Και ειδικά τα παιδιά. Φαντάσου λέει, να λείπει και η μάνα στα πέλαγα. Να τη διαλύσουμε τελείως την οικογένεια. Πώς να παρεξηγήσεις λοιπόν όλα εκείνα τα κορίτσια που πολύ λαχτάρησαν τη θάλασσα μα τα έφαγε στο τέλος η στεριά;

Ασπρόπυργος. 10 Ιουλίου 1980: Απονομή πτυχίων

Είκοσι εννέα ήμασταν τότε στη σχολή. Άλλη γρηγορότερα, άλλη πιο αργά, μαζεύτηκαν όλες στη στεριά. Μα πάντα να τις καίει ο καημός για τους ανοιχτούς ορίζοντες και το απέραντο γαλάζιο. Ρωτήστε με να σας πω για μία μία ξεχωριστά.


Για την Αννούλα την κολλητή μου, το Κατερινόπλασμα το αγαπημένο, το Ματινάκι από την Τρίπολη, τη Γιουλάρα (το πρώτο μπόι της σχολής, δυο μέτρα γυναίκα), τη Μαίρη Λ. (όχι εγώ, μοιάζουν μόνο τα αρχικά) και τη Σοφία, (δασκάλα κι αυτή τώρα και πτυχιούχος της Κοινωνιολογίας) και την άλλη Μαίρη και την Ολύβια, (η τελευταία θαρρώ πως πήρε του Γραμματικού), την Πόπη από την Καλαμάτα και το Ποπάκι από την Πάτρα, τη Λία, την κόμισσα από την Κρήτη, τη Σπυριδούλα, την Αριάδνη από τη Μακεδονία, τη Φωτεινή και τη Χρύσα από τη Χαλκίδα, (που συνεχίζει να μπαρκάρει) τη Βάσω από τα Χανιά, την Αμαλία από την Άρτα, τη Σούλα, την Ελένη Μ., την Ελένη Π., την Ελένη Τ., τη Ντιάνα από την Κόρινθο, τη Ντίνα, τη Λίνα και τη Μυρτώ, τη Βάσα, τη Μαρία Σ., την Αντωνία.

Για όλες μία μία μπορώ να σας πω και να σας εγγυηθώ πως αγαπήσανε τη θάλασσα. Και ειδικά την τελευταία. Τη «μάνα κουράγιο» που τη λέμε οι φιλενάδες της. Με τέσσερα παιδιά η Αντωνία. Και συνέχεια στα καράβια. Γένναγε και ξανάφευγε. Η άτιμη η φτώχεια και η ανεργία βλέπεις. Η δική της και του άντρα της. Ναυτικός κι εκείνος. Ώσπου μια μέρα έσκασε η βόμβα. Εκείνος δεν άντεξε όλη αυτή την ταλαιπωρία και τα μάζεψε και έφυγε. Και έμεινε η Αντωνία έγκυος στο τέταρτο παιδί. Πώς να ζήσει τόσα στόματα; Στο καράβι ξανά. Και κουβέντα πως είναι έγκυος. Και όλο την πείραζε το πλήρωμα πως πάχυνε, μα εκείνη τσιμουδιά. Οχτώ μηνών πια, όταν κατάλαβε πως άλλο δε βαστάν τα κότσια της, πάει στον καπετάνιο και του δίνει παραίτηση. Και του λέει και το λόγο. Έμεινε άφωνος ο άνθρωπος. Και να το πιστέψει δεν μπορούσε έτσι που την έβλεπε μέχρι τελευταία στιγμή να κατεβαίνει σε αμπάρια και να σκαρφαλώνει σε ανεμόσκαλες. Όταν οι άλλες στη στεριά όλο ζαλίζομαι και ζαλίζομαι είναι και είμαι σε ενδιαφέρουσα δώστε μου θέση… Όχι μωρέ. Ενδιαφέρουσα μία είναι μόνο. Η Αντωνία.

Ναι, τέτοιες καπετάνισσες έβγαλε η ΑΔΣΕΝ Πλοιάρχων Πειραιά. Και στη θάλασσα δούλεψαν παλικαρίσια και για την οικογένεια θυσίασαν ό,τι πολύ αγάπησαν, «το μπούσουλα, τη βάρδια τους και την πορεία στο χάρτη». Για ένα μικρό αγγελούδι. Γινότανε κι αλλιώς;

Και οι πιο πολλές, ακόμα κι όταν γύρισαν, καπετάνισσες συνέχισαν να είναι. Παντρεμένες οι πιο πολλές με ναυτικούς. Και άδικα δεν τις λέει έτσι ο λαός μας τις γυναίκες των ναυτικών. Γιατί είναι και μάνες και πατέρας μαζί. Και ίδια δύσκολο είναι να κουμαντάρεις μόνη σου την οικογένεια με το να κυβερνάς καράβι. Γι’ αυτό και καθόλου δε μου κακοφαίνεται που ίδια λεν κι εμάς, τις γυναίκες ναυτικούς. Τιμή και καμάρι μας. Μα τι να μας λεν; Ο καπετάνιος – Η καπετάνια; Εξάλλου εμείς οι ναυτικοί ένα πράγμα ξέρουμε. Δεν κάνουν τα γαλόνια τον καπετάνιο. Ούτε οι τίτλοι. Η θάλασσα τον βαφτίζει άξιο θαλασσόλυκο ή τον πάει στον μπάτο. Ακόμη χειρότερα τον ξεβράζει στη στεριά… Να όπως εμένα. Που πήρα τα γαλόνια και τα κρέμασα στον τοίχο. Κι ας τα λαχτάραγα τόσο. Τότε, και ας μην τα είχα, ήμουν καπετάνισσα με τα όλα μου. Τώρα;


Αχ! Δεν κάνουν τα γαλόνια τον καπετάνιο.

Αχ, τώρα, θα σας πω τι έκλαψα τη μέρα που με διόρισαν δασκάλα και πήγα κει κάτω στη Φρεαττύδα και κοίταγα το θυμωμένο πέλαγο και νόμιζα πως μ’ εμένα τα έχει που το πρόδωσα. Φλεβάρης πάλι. Και η θάλασσα δεν ξέχναγε που με έσωσε για "τέσσερα χρυσά γαλόνια". Κι εγώ τα θυσίασα για μια καρεκλίτσα στο δημόσιο. Γιατί δεν άντεξα άλλο την ανεργία. Και έπιασα και έλεγα και παράφραζα τον Καββαδία. Τι άλλο να πει τέτοιες ώρες ο ναυτικός; Παρά στίχους βρεγμένους από θάλασσα; Κι έλεγα και έκλαιγα και φώναζα στον άνεμο:

«Θα μείνω πάντα ιδανικός κι ανάξιος εραστής
των μακρυσμένων ταξιδιών και των γαλάζιων πόντων
και θα πεθάνω μια βραδιά σαν όλες τις βραδιές
χωρίς να σχίσω τη θολή γραμμή των οριζόντων

Για το Μαδράς τη Σιγκαπούρ τ' Αλγέρι και το Σφαξ
θ' αναχωρούν σαν πάντοτε περήφανα τα πλοία
κι εγώ σε μία αίθουσα, πένθιμη, σχολική,
θα λέω δασκαλίστικα «ανοίξτε τα βιβλία.»

*

  • Δείτε τα βίντεο:
  1. Τα κορίτσια που σάλπαραν
  2. Memories

Ό,τι αγαπούσα αρνήθηκα

Ένα «μικρό θαλασσινό κοχύλι» βρήκα απόψε σερφάροντας στα πέλαγα του διαδικτύου και το έφερα θησαυρό πολύτιμο μαζί μου:

«Ό,τι αγαπούσα αρνήθηκα για το πικρό σου αχείλι:

τον τρόμο που δοκίμαζα πηδώντας το κατάρτι,

το μπούσουλα, τη βάρδια μου και την πορεία στο χάρτη,

για ένα δυσεύρετο μικρό θαλασσινό κοχύλι.»



Καββαδίας βέβαια. Ποιος άλλος έτσι ζωγράφισε του ναυτικού τον πόνο;

Γυρνάει αθέλητα το ρολόι των αναμνήσεων στην πιο γλυκιά περίοδο της ζωής μου. Τότε που σε ένα καράβι πάνω γύριζα όλα της γης τα πλάτη και τα μήκη. Ένα καράβι… δηλαδή πέντε για να μιλάμε με ακρίβεια:



Ελαφίνα, Irenes Lyric, Irenes Target,

Olympic Arrow, Andros Orion.

"Ο μπούσουλας γυρνάει ή το τιμόνι;"

Τα τρία, τα πρώτα, φορτηγά. Τα άλλα γκαζάδικα. Δεξαμενόπλοια στη γλώσσα των στεριανών. Από εκείνα τα τεράστια, τα σούπερ τάνκερ, που το κατάστρωμά τους είναι μεγάλο σαν ένα γήπεδο. Και φαντάσου όλο αυτό το θεριό, να χάνεται κάτω από τους αφρούς και πάλι να ξαναβγαίνει, πώς κολυμπάνε τα δελφίνια… Γιατί έτσι είναι φτιαγμένα αυτά τα σκαριά από φυσικού τους. Και μόνο όσοι δεν το ξέρουν τρομάζουν σαν δουν να χάνεται όλη η κουβέρτα κάτω από τη θάλασσα.

Θυμάμαι που έτσι έγινε με μια μικροπαντρεμένη, γυναίκα του μαρκόνη μας, καλή της ώρα όπου κι αν βρίσκεται. Ήρθε το κορίτσι ανυποψίαστο στο βαπόρι, να συνεχίσει το μήνα το μέλιτος που το μπαρκάρισμα του άντρα της είχε απότομα κόψει στη μέση, και έπεσε πάνω σε ένα μπουρίνι άλλο πράγμα. Ο θεός με το θεό τα είχε βάλει εκείνη τη μέρα. Μια έγερνε το παπόρι από τη μια και μια από την άλλη. Φεύγαν ποτήρια, φεύγαν καρέκλες, όρθιος να σταθείς δύσκολο. Άσε που και το στομάχι με τέτοιο ταρακούνημα σήκωνε επανάσταση. Πήγε το κορίτσι και ξάπλωσε την καμπίνα της. Αλίμονο από τους υπόλοιπους που τέτοια πολυτέλεια δεν την είχαμε. Ζαλισμένοι ξεζαλισμένοι, εκεί, στη βάρδια.

Κάποια φορά είπε να σηκωθεί. Να δει από το φινιστρίνι τι γίνεται έξω. Αχ, τι το ‘θελε; Κάνει έτσι και τι να δει; Τρακόσια τόσα μέτρα παπόρο και δε φαινόταν τίποτε. Μόνο θάλασσα αγριεμένη. Και κύμα λυσσασμένο. Ε, και βάζει μια φωνή, μα τι φωνή! Από μηχανή μέχρι γέφυρα ακούστηκε. Τρέξαμε να τη συνεφέρουμε. Να της εξηγήσουμε πως δεν τρέχει τίποτα. Έτσι μαθές ταξιδεύουν τα γκαζάδικα άμα έχει φουρτούνα. Άδικα… Δεν πίστευε λέξη.

Η κουβέρτα (το κατάστρωμα) του Andros Orion

Έκλαιγε, έκλαιγε και φώναζε τη μάνα της. Που έτσι μικρή την πάντρεψε και βρέθηκε ανάμεσα ουρανό και θάλασσα να παλεύει και να βασανίζεται. Κι εκείνος ο καψερός ο άντρας της να μην ξέρει τι να κάνει για να την ηρεμήσει. Άμαθος ακόμη σε τέτοια καθήκοντα. Κι είχε και τους άλλους τριγύρω να τον περιγελάν με τα καμώματα της κυράς του. Και θαρρώ αυτό τον έτσουζε πιο πολύ παρά η τρομάρα που πέρναγε η γυναίκα του. Έτσι βλέπεις είναι οι άντρες. Το φέρουν βαρέως να ξεπέσουν στα μάτια των άλλων σερνικών και να τους κρεμάσουνε κουδούνια πως δεν ξέρουν «να σκίζουν τη γάτα».

Τέλος πάντων. Κάποια στιγμή κόπασε η οργή της θάλασσας, ηρέμησε και το κορίτσι. Μα τι τα θες; Τέτοιες καταστάσεις δεν τρομάζουν μονάχα τους άμαθους. Ακόμα και οι ψημένοι θαλασσόλυκοι τα χρειάζονται άμα αποφασίσει η θάλασσα να δείξει τα δόντια της.

Θυμάμαι τότε που πηγαίναμε για τους τροπικούς. Είχαμε φορτώσει «λαδάκι» από τη Mersa El Brega και πηγαίναμε για εκφόρτωση στο Yosu της Νότιας Κορέας. Εξήντα μέρες ταξίδι. Δυο μήνες ανάμεσα ουρανό και θάλασσα. Ξέρεις τι σημαίνει αυτό; Αν δεν το κάνεις, δεν το ξέρεις. Δεν μπορείς να το ξέρεις. Και να είσαι και στα καλύτερά σου χρόνια. Και μακριά από τον άνθρωπο που αγαπάς. Σ' άλλο καράβι αυτός, σε άλλο εσύ. Για μήνες. Και μήνες να κάνεις να πάρεις ακόμη και γράμμα. Μην ακούς που λένε για ταχυδρομικά περιστέρια. Ακόμη κι αυτά δε φτάνουν στα καράβια. Και βάλε με νου πώς αγριεύει ο άνθρωπος σε τέτοιες καταστάσεις. Μην τους παρεξηγάς τους ναυτικούς. Τραβάν πολλά εκεί καταμεσής στο πέλαγος και σκληραίνει η ψυχή. Άμυνα είναι, για να αντέξουν. Λίγο καλύτερα αν τους γνωρίσεις, θα δεις πως έχουνε καρδιά μικρού παιδιού. Και ένα καράβι θύμησες να σου στοράνε που θα τις ακούς και δε θα τις πιστεύεις. Σαν και τώρα... Και συνεχίζω.

Είχαμε περάσει που λες το Ακρωτήρι της Καλής Ελπίδας, είχαμε «φάει» το μισό δρόμο και τον ένα μήνα από τους δυο και τραβάγαμε για Ινδονησία. Σε όλο το κατέβασμα, από Τζιμπεράλτα μέχρι Σάουθ Άφρικα, ο καπετάνιος άλλη δουλειά δεν έκανε παρά να με βάζει με το γραμματικό να του βγάζουμε πορείες, πώς να φτάσει πιο γρήγορα στη Κορέα. Να γλιτώσει η εταιρεία έξοδα. Όχι τράβα από δω, όχι πήγαινέ το από κει. Πού να το πας το ρημάδι; Καράβι ήταν όχι αεροπλάνο. Και ήταν και σαράβαλο. Με διαλυμένα τα σωθικά του.

Στο άλλο πέρασμα από το Κέιπ Τάουν του ξεκολλήσαν οι μπουλμέδες στο αμπάρι και λίγο έλειψε να γίνουμε μακαρίτες. Διότι ξέρεις τι σημαίνει αυτό σε γκαζάδικο; Σημαίνει τρίβονται οι ξεκολλημένες λαμαρίνες μεταξύ τους και βγάζουν σπινθήρες. Και πάει το παπόρο καλιά του. Γίνεται μπουρλότο ώσπου να πεις κύμινο. Το «πυρ γυνή και θάλασσα» από κάτι τέτοιες ιστορίες βγήκε. Στη συγκεκριμένη περίπτωση υπήρχε και η γυνή. Η αφεντιά μου. Οπότε καταλαβαίνεις. Δε μας έλειπε τίποτε. Και οι ναυτικοί, που τα πιστεύουν κάτι τέτοια, όλο και με κοιτάγανε με στραβό μάτι. Λες και τους έφταιγα εγώ για το σαπιοκάραβο.

Τόσο σάπιο που η εταιρεία μετά τη ζημιά στο αμπάρι πήρε την απόφαση να το πάει για σκραπ, για παλιοσίδερα δηλαδή. Μην πάει φούντο και μας πληρώνουνε για ανθρώπους… Ε, τι νομίζεις; Μετράει και ο ναυτικός για άνθρωπος; Από όσο γύρισα, μόνο στου Ωνάση συνάντησα ανθρώπινη αντιμετώπιση. Μα εδώ, το καράβι ήταν αντριώτικο. Και οι Αντριώτες έχουν καβούρια στην τσέπη μεγαλύτερα κι από τους Χιώτες. Τους έχω δοκιμάσει κι αυτούς στο πετσί μου και ξέρω.

Έτσι λοιπόν, το αποφάσισαν να το πάνε για παλιοσίδερα και τέτοιες δουλειές γίνονται συνήθως στην Ασία. Φυσικά ούτε να το συζητάν πως θα το έστελναν άδειο από Ευρώπη μέχρι εκεί κάτω. Κλείσαν λοιπόν το ναύλο, μας φόρτωσαν και τραβάτε όσο αντέξει. Το ξέραμε αυτό. Και το μετράγαμε. Μα τι να κάνουμε; Αυτή ήταν η δουλειά μας. Και αν ξεμπαρκάραμε, θα βρίσκαμε καλύτερο βαπόρι; Άσε που οι εποχές ήταν δύσκολες και η Ακτή Μιαούλη, τα μαθαίναμε, είχε πάλι γεμίσει ναυτικούς που φίλαγαν κατουρημένες ποδιές για μια θέση κι ας ήταν και σε ανασφάλιστο.

Με τέτοια καρδιά ταξιδεύαμε. Εκεί στην άκρη του πουθενά. Διότι την Καλή Ελπίδα έχουν τους λόγους τους που την είπαν έτσι. Σαν και τον Εύξεινο Πόντο. Καλοπιάνεις το θεριό με γλυκόλογα μπας και το καλμάρεις. Καλμάρει όμως αυτό με λόγια; Μόνο ο άνθρωπος ξεχνιέται. Λέει «Καλή Ελπίδα» και όλο και φουντώνουν και οι δικές του ελπίδες πως θα τα καταφέρει. Και θα ξαναδεί πατρίδα και οικογένεια. Αυτά περνάνε οι ναυτικοί και λίγα λέω. Να μην τους παρεξηγάτε λοιπόν αν λίγο αγροίκα φέρνονται καμιά φορά. Η ανάγκη τους κάνει.

Μέσα σε τούτη τη μαυρίλα και την αγωνία αν θα αντέξει το καράβι να φτάσει ως την Κορέα, και με τη «λαμαρινίαση» στα φόρτε της, την αρρώστια δηλαδή που παθαίνει ο ναυτικός κλεισμένος στις λαμαρίνες για μήνες, μας ήρθε από το πουθενά κι από κει που δεν το περιμέναμε να μας χτυπήσει η ουρά ενός κυκλώνα. Ευτυχώς δηλαδή που ήταν η ουρά, γιατί αλλιώς ποιος θα έγραφε τώρα αυτή την ιστορία;

Και σαν να μην έφτανε ο βρομόκαιρος, ήρθαν και η μια αναποδιά πάνω στην άλλη. Ξαφνικά ο ασύρματος βουβάθηκε. Και η gyro, η μεγάλη πυξίδα δηλαδή που καθοδηγεί το τιμόνι, ζήλεψε κι αυτή και άρχισε να κάνει τρέλες. Έλα τώρα και σκέψου τι κάνει ένα καράβι χωρίς ασύρματο και χωρίς πυξίδα και με τον κυκλώνα να χορεύει τριγύρω του τάγκο αργεντίνικο…

Στα φυσιολογικά καράβια αυτό που κάνουν είναι να βάλουν μπροστά τη μαγνητική. Που δεν την πιάνει τίποτε και ξέρει πάντα να σου λέει το βορά. Στα φυσιολογικά όμως. Όχι στα αντριώτικα. Και να με συμπαθάνε όσοι κατάγονται από την όμορφη Άνδρο, μα έτσι είναι δυστυχώς η αλήθεια. Κι ας έχουνε και τόση παράδοση στη ναυτιλία. Είναι του πέρα βρέχει και αλίμονο σαν τύχει δύσκολη ώρα. Διότι η μαγνητική έχει όλα τα καλά αλλά έχει και ένα μεγάλο κακό. Σου δείχνει το βορά αλλά με μια μικρή απόκλιση. Και πρέπει ο ναυτίλος να τη γνωρίζει αυτή την απόκλιση για να βρει τα σημεία του ορίζοντα. Έλα μου ντε που αυτό σημαίνει σε καθημερινή βάση να κάνεις τους απαραίτητους ελέγχους και να κρατάς και ημερολόγιο; Πράγμα που στο δικό μας καράβι φυσικά και δεν είχε γίνει ποτέ.

Έτσι που λέτε είχαν τα πράγματα και το καράβι πήγαινε στα κουτουρού. Κι ένα κύμα, Χριστέ μου. Δεν είχα ξαναδεί κύμα με τέτοια σουσούμια. Δεν ήταν να το πεις ψηλό και αφρισμένο. Εκείνο που σε τρόμαζε ήταν η ατέλειωτη ράχη του. Ξεκίναγε από τη μια άκρη του ορίζοντα και έφτανε στην άλλη. Ουρά του κυκλώνα όνομα και πράμα.

Σαν είδαν λοιπόν τα σκούρα οι άντρες, και η περδικούλα τους ροβόλησε κατά Κούλουρη, σκέφτηκαν πως το θηλυκό του πληρώματος θα τα έχει κάνει πάνω της από το φόβο. Και έρχονταν ένας ένας να με παρηγορήσουν. Πού να ήξεραν από τι ζουρλή πάστα είμαι φτιαγμένη. Και να μην κάνω τη θαρραλέα, ότι τα πράγματα ήταν σκούρα το έβλεπα και το καταλάβαινα. Μα τι να κάνω; Θυμόμουνα και τη γυναίκα του μαρκόνη και δεν ήθελα να γίνω ρεζίλι. Διότι αυτά τα είχαμε από τον καιρό της σχολής ακόμη μιλημένα με τις φιλενάδες μου. Να κρατήσουμε ψηλά τον τίτλο της καπετάνισσας. Να μη βρεθεί κανείς να μας πει «Τι τα ήθελες τα καράβια!»

Περιθώρια λοιπόν για μυξοκλάματα δεν υπήρχαν. Αλλά και περιθώρια γενικώς δε φαίνονταν στον ορίζοντα. Και λέω κι εγώ τότε: "Θα πεθάνεις που θα πεθάνεις. Τουλάχιστον να πας ευχαριστημένη!"

Και μια και δυο κατεβαίνω στην κουζίνα. Μπαίνω στο μαγέρικο και φωνάζω τον Παναγιώτη, το μάγειρα. Δος μου, του λέω, λίγο ρύζι, δυο αυγά, δυο λεμόνια και λίγο λάδι. Και να μην τα πολυλογώ, βάζω μπρος τη μαγειρική. Διότι ο "άχρηστος" ο Παναγιώτης, όλα του καλά και ωραία, και έφτιαχνε και κάτι ψωμάκια μούρλια, κάθε μέρα σερβιρισμένα μοσχοβολιστά με τον καφέ στις δέκα, αλλά με τις σούπες είχε διαζύγιο. Κι εμένα τα σουποειδή είναι τα λατρεμένα μου. Κι αν είναι και φρικασέ της μάνας μου, κόβω φλέβες!

Βάζω που λέτε μπροστά το μαγείρεμα και οι άλλοι γύρω να με κοιτάνε σαν να έβλεπαν ξωτικό. Ίσως και να τους πέρασε από το μυαλό πως μου σάλεψε από το φόβο. Και με το δίκιο τους. Είναι λογικά πράγματα αυτά; Να κινδυνεύεις από στιγμή σε στιγμή να σε κάνει μια χαψιά η θάλασσα κι εσύ να έχεις το νου σου στη μάσα;

Και πού να δείτε και να γελάσετε τη σκηνή του φαγητού. Σαν ετοιμάστηκε η περίφημη σούπα, ένα αυγολέμονο της συμφοράς, και έκατσα να τη φάω. Και να με παίρνει ολόκληρη με την καρέκλα το κούνημα και να μη μπορώ να σταθώ. Πήγαινα να κρατηθώ από το τραπέζι, ευτυχώς τα έχουν βιδωμένα στο πάτωμα στα καράβια, και μου έφευγε το πιάτο. Βούταγα το πιάτο και μου 'δινε μια το μπότζι και έπεφτα με τη μούρη στη σούπα. Εκεί όμως εγώ. Επί το έργον. Ηπειρώτικο τσερβέλο μαθές. Και δη από το Σούλι. Βγάλε συμπέρασμα… Και ερώτημα αν θες, "τι γύρευα στα καράβια;" Να στο πω, να σου φύγει η έγνοια. Έχεις ακούσει το τραγούδι που λέει "Όλες οι καπετάνισσες από το Κακοσούλι"; Ε, αυτό την έκανε τη ζημιά. Και είπα, τι καπετάνισσα στο βουνό, τι στη θάλασσα. Και πάμε παρακάτω.

Οι άλλοι; Να κοιτάν το θέαμα και να μην τους έχει μείνει άντερο από τα γέλια. Ξεχάσανε και κυκλώνες και τρικυμίες και γινόταν στην τραπεζαρία τέτοιος χαμός που μέχρι και ο καπετάνιος κατέβηκε να δει τι έπαθε το τσούρμο. Νόμισε ο άνθρωπος πως ήρθε το τέλος και βουλιάζουμε.

Αχ, χρόνια και καιροί. Με μπούσουλες και βάρδιες. Και μπούσουλας, αν δεν το ξέρετε, σημαίνει πυξίδα. Και μάλιστα μαγνητική. Μη κοιτάτε που εδώ στη στεριά λέμε «έχασα το μπούσουλα» και δεν ξέρουμε το γιατί το λέμε έτσι. Χάνω το μπούσουλα σημαίνει ξέμεινα από πυξίδα και δεν ξέρω κατά που τραβάω. Σαν εκείνη τη μέρα, 19 του Φλεβάρη του 82 (δεν ξεχνιέται η ρημάδα… ) που ξέμεινε το Andros Orion από πυξίδα και τράβαγε στα κουτουρού και κατά Ισραήλ που λέει ο λαός μας.

Θαλασσινό κοχύλι το λοιπόν. Να τι παθαίνει κανείς με τέτοια κοχύλια. Τι μυστικά του ψιθυρίζουν και ποιες περιπέτειες περασμένες του φέρνουνε στο νου. Μα αν γινόταν πίσω να γυρίσουν, όχι δε θα έλεγε. Γυρνάνε όμως; Αυτό το μπούσουλα τον χάσαμε για πάντα…


Το ημερολόγιο εκείνης της μέρας:

  • Υ.Γ. Για τα "Χρυσά γαλόνια" η συνέχεια εδώ.

  • ΔΕΙΤΕ ΤΑ ΒΙΝΤΕΟ:

Αφιέρωμα στην Κατερίνα μας